«Έρως ανίκατε μάχαν…»

Φεβρουάριος ήδη...ο τελευταίος μήνας του Χειμώνα!

«…ο πιο ερωτικός μήνας του χρόνου!» γράφει, μεταξύ άλλων μια διαδικτυακή φίλη, αναφερόμενη φυσικά στη «γιορτή των

ερωτευμένων» στις 14 του μήνα, μέρα κατά την οποία βρίθει το διαδίκτυο και όχι μόνο από καρδούλες και λουλουδάκια, καρδιόσχημες τούρτες και σοκολατάκια...

 

Η γιορτή του Έρωτα λοιπόν! Ποιος είναι αυτός; Είναι το μικρό, γυμνό, φτερωτό αγγελάκι με το τόξο και τα βέλη! Αυτή είναι η επικρατέστερη και κυρίως η εμπορεύσιμη μορφή του.

Ο καθένας μας έχει την δική του άποψη για τον «φτερωτό θεό». Άλλος τον βλέπει πιο …εγκεφαλικά, άλλος συναισθηματικά κι άλλος σωματικά. Κοινός τόπος όλων, όμως, είναι ότι στον έρωτα εμπεριέχονται όλα τα φύλα και άπασες οι ηλικίες με ποικίλους συνδυασμούς.

Παρά την όποια διαφοροποίηση, ο Έρωτας είναι ένας και μοναδικός. Είναι ο θεός που μας κληροδότησε η Αρχαιότητα, ο θεός στον οποίο προσωποποιείται η αρχέγονη επιθυμία και η ροπή για ένωση με τον άλλον.

Από πολλές αρχαίες πηγές προκύπτει ότι ο Έρωτας ήταν γιος της Αφροδίτης μετά την ένωση της με τον Άρη ή τον Ήφαιστο ή γιός διαφόρων γονέων, με την Αφροδίτη να παίζει τον κυρίαρχο μητρικό ρόλο. Αφροδίτη ήταν αυτή ό,τι ήθελε έκανε...

 

Ο αρχαίος ποιητής Ησίοδος στη «Θεογονία» του, τον θέλει να ξεπηδάει από το Χάος μαζί με τη Γαία και να αποτελεί τη δύναμη δημιουργίας του Κόσμου.

 

 

 

Η λυρική ποιήτρια από τη Λέσβο, Σαπφώ, υμνωδεί τον έρωτα για τη μαθήτρια της «Ατθίδα»:

«Σαν άνεμος μου τίναξε ο έρωτας τη σκέψη, σαν άνεμος που σε βουνό βελανιδιές λυγάει. Ήρθες, καλά που έκανες, που τόσο σε ζητούσα, δρόσισες την ψυχούλα μου, που έκαιγε ο πόθος.»

Η «δέκατη Μούσα» λέει πως «εκείνο είναι ομορφότερο, ό,τι ποθεί ο καθένας», εμφανίζοντάς τον έρωτα σαν μια αρχέγονη φυσική δύναμη, συνυφασμένη απόλυτα με την ίδια τη ζωή.

 

Ο αρχαίος τραγικός ποιητής Σοφοκλής υμνεί την παντοδυναμία του στην τραγωδία «Αντιγόνη»:

«Έρως ανίκατε μάχαν, Έρως, ός εν κτήμασι πίπτεις, ός εν μαλακαίς παρειαίς νεάνιδος εννυχεύεις, φοιτάς δ’ υπερπόντιος εν τ’ αγρονόμοις αυλαίς· καί σ’ ούτ’ αθανάτων φύξιμος ουδείς ούθ’ αμερίων σέ γ’ ανθρώπων. Ο δ’ έχων μέμηνεν.» 

 «Ο Έρωτας, είναι ανίκητος στη μάχη, ξενυχτά στα τρυφερά μάγουλα των κοριτσιών, πετάει πάνω απ’ τη θάλασσα και τρυπώνει στους κήπους, και κανένας δεν του ξεφεύγει, ούτε θεός, ούτε θνητός κι ο ερωτευμένος είναι τρελός.»

τραγουδά ο Χορός.

 

 

 

 Ο Πλάτωνας αφιερώνει στον «φτερωτό θεό» δύο από τους ωραιότερους διαλόγους του, το «Συμπόσιο» και τον «Φαίδρο». Στο «Συμπόσιο» παρουσιάζει τη συνομιλία έξι φίλων, ιστορικών προσώπων του 5ου αι. π.Χ., μεταξύ των οποίων και ο Σωκράτης. Ο διάλογος κορυφώνεται με τον Σωκράτη, να αναφέρει όσα έμαθε για τον έρωτα, από τη μυστηριώδη ιέρεια Διοτίμα. Σύμφωνα με αυτήν, είναι γιος του θεού της εφευρετικότητας Πόρου και της ζητιάνας Πενίας. Από τους γονείς του αντλεί την αντιφατικότητά του: είναι φτωχός και άσχημος, ανυπόδητος και άστεγος, αλλά και γενναίος, εφευρετικός, κυνηγός του ωραίου και ανικανοποίητος. Αντικείμενο του έρωτα είναι ο «τόκος», η δημιουργία μέσα από την ωραιότητα και στόχος του η κατάκτηση της αθανασίας: της σωματικής, μέσα από τη σεξουαλική αναπαραγωγή και της πνευματικής, μέσα από τα έργα της ψυχής.

 

 

Στον αντίποδα, ο Αριστοτέλης, αναζητά το δικό του «ποιητικό αίτιο», τη δύναμη που κινεί τα πράγματα. Ο αρχαίος φιλόσοφος συσχετίζει τον έρωτα του Ησίοδου «πρώτα απ’ όλα τα πράγματα το Χάος γεννήθηκε [...] και ο Έρωτας, που ξεχωρίζει ανάμεσα στους αθανάτους» και του Παρμενίδη «πρώτον απ’ όλους τους θεούς συνέλαβε τον Έρωτα», με την έννοια της «φιλότητας» του Πυθαγόρειου φιλόσοφου Εμπεδοκλή, όπου φιλότητα είναι η δύναμη της ένωσης των ομοειδών. Έτσι, ορίζει τη λειτουργία του έρωτα στην προσωκρατική σκέψη, κατά τον συνήθη σύντομο και περιεκτικό του τρόπο: «Ο έρωτας είναι η προσωποποίηση της δύναμης ή της αιτίας κίνησης των όντων στο σύμπαν».

 

 

Στην ελληνική αρχαιότητα, η οποία αποτελεί το «πολιτισμικό ασυνείδητο» του δυτικού πολιτισμού, ο έρωτας ενδύθηκε τη μορφή ενός φτερωτού γυμνού αγοριού, η ηλικία του οποίου κυμαίνεται μεταξύ βρέφους και εφήβου. Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, που θεωρούσαν την όραση κορυφαία των αισθήσεων, επειδή βρίσκεται πιο κοντά στο νου, έδωσαν μορφή στο «άυλο», δηλαδή στην έλξη και την επιθυμία για τον άλλον με «απώτερο» σκοπό την πάσης φύσης γέννηση: πνευματική, ψυχική, σωματική. Έλξη που δεν αφορά μόνο τα έλλογα όντα, αλλά και όλα τα έμψυχα και άψυχα του Κόσμου, την κινητήρια δύναμη που τα ωθεί στην ένωση.

Ο θεός με το πιο ανθρώπινο πρόσωπο απ’ όλους τους «Ολύμπιους», αδιαφορεί για τη έλξη μεταξύ όμοιων ή διαφορετικών φύλων, για την ηλικία, ακόμα και για την εξωτερική εμφάνιση! «Ο έρως χρόνια δεν κοιτά» σύμφωνα με τη λαϊκή ρήση ή «ο έρωτας είναι τυφλός».

Ο Έρωτας, λοιπόν, ο σαφής και συνάμα ασαφής θεός, συμπαρασύρει το αθρώπινο «όλον», το σώμα, το νου, την ψυχή. Αυτή τη συναρπαστική «ολιστική» διάσταση μας κληροδοτεί και ο Αριστοφάνης αναφερόμενος στο Πλατωνικό «Συμπόσιο»: «Του ολόκληρου λοιπόν ο πόθος και η ορμή έχει τ’ όνομα έρως».

Ο καθένας μας, επομένως, ψάχνει το έτερον του ήμισυ, την ολοκλήρωσή του. Αντίθετα, το κενό που αφήνει το ανεκπλήρωτο, είναι μια σειρά από νοσηρότητες, όπως η αδηφαγία, η υπερκατανάλωση, η σεξουαλικότητα και η εξουσιομανία.

Ο έρωτας, εν κατακλείδει, είναι δύναμη οικουμενική και διαχρονική. Η διαχρονικότητά του διαφαίνεται και από το γεγονός ότι «λατρεύεται» με την ίδια εικονογραφική μορφή που είχε κατά την Αρχαιότητα. Όσον αφορά το περιεχόμενό του, αυτό εμπλουτίστηκε, διευρύνθηκε και συνεχίζεται ες αεί...

 

Γιατί ο Έρωτας είναι το «κινούν», είναι «ο πόθος για το όλον», είναι η ίδια η ζωή!!!

 

Τέττιξ

 

 
 

page 2