Εκεί που ξαναγίνομαι παιδί!

Μακριά ΓαιδούραΔεν είμαι καθόλου εύκολος άνθρωπος – μπορεί για όσους με γνωρίζουν να μοιάζω εύκολος, αλλά δεν είμαι. Κι όταν με πιάνει η μανία ή, ακόμα χειρότερα, η μελαγχολία της αναπόλησης, γίνομαι χειρότερος. Στυλώνω τα πόδια. Δεν θέλω κανέναν και τίποτε εκείνη τη στιγμή. Μόνη συντροφιά μου η νικοτίνη και το αλκοόλ ή ο καφές, όπως τώρα που γράφω ετούτο εδώ το κείμενο, καλή ώρα. Είναι αυτές οι στιγμές που γίνομαι τελείως «εγώ», σύμφωνα με κάποιους ανθρώπους που με ξέρουν καλά, πολύ καλά!

Για κάποιους, ίσως για τους περισσότερους, Πειραιάς ίσον Ολυμπιακός, και αυτό ισχύει σε πολύ μεγάλο βαθμό. Για κάποιους άλλους, ο Πειραιάς είναι ταυτισμένος με το ρεμπέτικο, τη γλώσσα της μαγκιάς, τα (θρυλικά) Βουρλά, την Τρούμπα, την ατελείωτη φτωχολογιά και την προσφυγιά, τη Δραπετσώνα και το Κερατσίνι, τη μαρτυρική Κοκκινιά, αλλά και περιοχές για πιο μεσοαστικά στρώματα, όπως η Ζέα, το Πασαλιμάνι και το Χατζηκυριάκειο. Φυσικά, Πειραιάς σημαίνει καράβια, θάλασσα και εμπόριο, άρα εισροή χρήματος. Και όπου υπάρχει χρήμα υπάρχει και πλούτος και φτώχεια και συνθέσεις και αντιθέσεις.

Ναι, ο Πειραιάς ‒ ο «Περαίας», όπως τον αποκαλούσαν οι παλιοί ‒, είναι όλα αυτά κι άλλα τόσα μαζί. Μια πόλη, ένα λιμάνι, που δεν σ’ αφήνουν να πλήξεις ποτέ,.απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας που έχω επισκεφθεί. Μόνο τη Θεσσαλονίκη μπορώ να συγκρίνω μαζί του. Ο Πειραιάς είναι μια πόλη κι ένα λιμάνι που μόνο αν «περπατήσεις σωστά» θα ανακαλύψεις τις ομορφιές του. Από το Μοσχάτο, σχεδόν, τον «μυρίζεις», στο Φάληρο παίρνεις μια γερή πρώτη δόση και μόλις φτάσεις στον Ηλεκτρικό, στο τέρμα της γραμμής από την Κηφισιά, είσαι πια ένα κομμάτι του. Εντέλει, τον Πειραιά θα τον λατρέψεις ή θα τον μισήσεις, θα μπεις στην ψυχή του ή θα μείνεις ξένο σώμα με το που θα βγεις από το βαγόνι του τρένου. Μεσοβέζικα πράγματα με τον Πειραιά δεν υπάρχουν.

Μακρηγόρησα όμως με τα προλογικά και δεν έγραψα τι σημαίνει για μένα «Πειραιάς». Υπάρχει μια συνοικία, δεξιά μας όπως βγαίνουμε από το σταθμό του τρένου, τα Μανιάτικα. Είναι τόσο κακοτράχαλη που, όπως λέγεται, οι πρώτοι Μανιάτες που έφτασαν στον Πειραιά από τον τόπο τους την επέλεξαν για να στήσουν εκεί τα σπιτικά τους μόνο και μόνο επειδή τους θύμιζε τον τόπο τους, τη Μάνη. Πέτρα κι ασφάκα. Ανηφόρες σαν να παίρνεις το μονοπάτι για το βουνό. Έχτισαν σπίτια πάνω σε λόφους λες κι ήθελαν να εποπτεύουν, να ελέγχουν, σαν να λέμε, την κίνηση του λιμανιού από ψηλά. Δύσκολοι άνθρωποι οι Μανιάτες, ίσως το δυσκολότερο είδος Έλληνα μαζί με τους Κρητικούς και τους ορεσίβιους της Στερεάς Ελλάδας. Μονοκόμματοι. Στη σκέψη τους υπάρχει το άσπρο και το μαύρο, το γκρι δεν το… φοράνε. Και η Τιμή, πάνω απ’ όλα. Με την Τιμή τους δεν παίζουν (και δεν παίζονται) οι άνθρωποι. Δεν την παζαρεύουν με τίποτε. Όχι, δεν είμαι Μανιάτης, και γιʼ αυτό δεν θα κάνω άλλο το ψυχογράφημά τους.

Έχω ζήσει πολλά καλοκαίρια σ’ αυτή τη συνοικία του Πειραιά, «την πιο άγρια», όπως λένε οι παλιοί και την έμαθαν οι νεότεροι μέσα από τις αφηγήσεις των παππούδων και των πατεράδων τους. Μπορώ, παρ’ όλα αυτά, να σας διαβεβαιώσω ότι σε αυτή την περιοχή τα παιδιά ακόμα παίζουν στους δρόμους αμέριμνα και ασφαλή, όπως έπαιζα κι εγώ όταν ήμουν παιδί, και το μόνο πράγμα που μπορούσε να με προσγειώσει στην πραγματικότητα ήταν η φωνή του παππού Χαράλαμπου όταν καλούσε την οικογένεια για το μεσημεριανό φαγητό, καθώς ήταν όρος απαράβατος: γονείς, παιδιά κι εγγόνια, όλη η σπορά του δηλαδή, θα έτρωγαν μαζί. Ποτέ κανένας μόνος του στο τραπέζι.

Εκεί λοιπόν έστησε το σπιτικό του ο παππούς Χαράλαμπος όταν ήρθε από την Κεφαλλονιά με τη γιαγιά Όλγα. Εκεί γεννήθηκαν και αναστήθηκαν επτά παιδιά, και από ένα από αυτά προέκυψε η αφεντιά μου. Είμαι πολύ δεμένος μ’ αυτή τη γειτονιά. Εκεί έμαθα ποδόσφαιρο και σακάτευα τη μέση μου με τη μακριά γαϊδούρα. Εκεί έσκισα πρώτη φορά τα πόδια μου με τον άξονα από την μπροστινή ρόδα του ποδήλατου. Εκεί πηδούσα τις φωτιές κάθε καλοκαίρι του Αϊ-Γιάννη. Παιχνίδι από το πρωί μέχρι το μεσημέρι, κι από το απόγευμα μέχρι αργά το βράδυ. Εκεί άκουσα τα πρώτα μοιρολόγια της ζωής μου. Εκεί κατάλαβα ότι η ζωή είναι ένα δώρο που δίνεται στον καθένα μας μόνο μια φορά. Εκεί λοιπόν ένιωσα την πρώτη απώλεια και το κόστος της. Ύστερα ήρθαν κι άλλες, άλλες πολύ σημαντικές και άλλες που πόνεσαν λιγότερο. Καμία όμως δεν μπορεί να συγκριθεί μ’ εκείνη την πρώτη…

Τη λατρεύω αυτή τη συνοικία. Την πονάω, κι ας μην είμαι Μανιάτης, αλλά ούτε και Ολυμπιακός. Κάθε φορά που ο προορισμός μου είναι τα Μανιάτικα, δεν υπάρχουν ταξί ή λεωφορεία για μένα παρά μόνο ο ποδαρόδρομος. Από χαμηλά, από το εργοστάσιο του Παπαστράτου, μέχρι το ψηλότερο σημείο της ανηφόρας της οδού Λακωνίας (ο κεντρικός δρόμος των Μανιάτικων που το τελείωμά του σε βγάζει στην Κοκκινιά). Κάθε φορά που την ανεβαίνω, η ίδια διαδικασία. Το κεφάλι γυρίζει σαν το περισκόπιο στο βυθό των αναμνήσεων: στ’ αριστερά ο κινηματογράφος «Καλιφόρνια» και στα δεξιά το γήπεδο για τα μεγάλα ντέρμπι, η αλάνα που σήμερα είναι κάτι άλλο, κάτι τερατώδες από μπετόν και σίδερο! Και τα ξαδέλφια, η παλιά παρέα, όλα τα παιδιά, πάντα εκεί. Για έναν καφέ, μια μπίρα και κουβέντα με τις ώρες…

«Μπαμπά, μπαμπά! Το βιβλίο σου!» Ο γιος μου κρατούσε στα χέρια του ένα από τα αγαπημένα μου αναγνώσματα και μου το έφερνε για να του διαβάσω πέντε σειρές – τόσες άντεχε, επτά χρονών αγγελούδι! Με είχε πάρει ο ύπνος στην καρέκλα! Πάλι σταυρούς έβλεπα πίσω μου και ξύπνησα ιδρωμένος. Και δεν ήταν από το περπάτημα. Αυτές οι βουτιές στα παλιά τελικά με εξουθενώνουν. Γρήγορα τις βιταμίνες μου και ίσια για την κρεατομηχανή… Κάποια άλλη φορά ίσως ξαναδώ στα όνειρά μου εκείνο το παιδί που μεγάλωσε με την πιο φοβερή αλήθεια αυτού του κόσμου: την απώλεια!

Υ.Γ.: «Τα 12 Τετράδια». Ένα για κάθε μήνα του χρόνου. Έτσι θα γίνει. Next time…

 

Κείμενο: Παναγιώτης Σπανός

 

 
 

page 2