"Δως μου να καπνίσω ένα τσιγάρο"

‒Και να ʼμαστε πάλι εδώ, Ανδρέα, ο καθένας εκεί όπου ανήκει. Εσύ στην κανονικότητά σου κι εγώ στη δική μου, κάτι σαν κανονικότητα!
‒Σκατά δηλαδή;
‒Το λες κι έτσι!
‒Normality, ρε…
‒Normality και στα μούτρα σου. Κανονικότητα, λέμε. Αυθεντικά, γνήσια Ελληνικά.
‒Δεν έχεις παράπονο, όμως. Καλά περάσαμε όλους αυτούς τους μήνες. Μια χαρά τα είπαμε, καπνίσαμε πολύ, ήπιαμε, ονειρευτήκαμε…
‒Ειδικά το τσιγάρο. Καπνίζεις πολύ, το ξέρεις;
‒Και τι σε κόφτει εσένα; Φοβάσαι μην πάθω καρκίνο του πνεύμονα ή Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια;
‒…
‒Λοιπόν;
‒Να, ρε, δεν είναι και το πιο νορμάλ πράγμα στον κόσμο, το ένα να σβήνεις και το επόμενο ν’ ανάβεις!
‒Όχι, δεν είναι…
‒Τότε γιατί καπνίζεις τόσο πολύ;
‒Ας πούμε ότι το τσιγάρο είναι μια μονάδα μέτρησης του χρόνου.
‒Μπα! Έγινες και φυσικός τώρα;
‒Κοίτα… Ας πούμε πως περιμένεις ένα σημαντικό τηλεφώνημα σε μια καθορισμένη ώρα, στις δύο το μεσημέρι, για παράδειγμα. Πάει δύο και πέντε, τίποτε. Πάει δύο και τέταρτο, ούτε φωνή ούτε ακρόαση…
‒Για να καταλάβω, πόσο σημαντικό είναι το τηλεφώνημα;
‒Πολύ. Ας πούμε ότι από αυτό εξαρτάται ένα ωραίο διήμερο. Ξέρεις τώρα, καταλαβαίνεις…
‒Ας πούμε πως ναι. Για συνέχισε…
‒Μέχρι τις δύο και τέταρτο, λοιπόν, σε τρώει η αγωνία κι έχεις ανάψει τουλάχιστον δύο τσιγάρα, το ʼνα πάνω στ’ άλλο. Έχεις «πνίξει» δηλαδή περίπου επτά με δέκα λεπτά αγωνίας. Κι όταν στις δύο και τέταρτο το έχεις πάρει πια απόφαση ότι το τηλεφώνημα θα το λάβεις, ας πούμε, στις τρεις γιατί κάτι έτυχε, αλλά πάντως θα το λάβεις, αρχίσεις να «σπρώχνεις» το χρόνο. Ανάβεις, λοιπόν, τσιγάρο. Μετά κι άλλο. Ύστερα ένα τρίτο. Παίρνει σειρά το τέταρτο, το πέμπτο, και πάει λέγοντας!
‒Ομολογώ ότι η ανοησία σου είναι ανίκητη!
‒Μπορεί, αλλά εγώ μόνο έτσι την παλεύω την αγωνία της αναμονής. Και γενικώς είμαι μανιώδης καπνιστής, ρε παιδί μου…
‒Ναι, αλλά το τσιγάρο δεν είναι λύση!
‒Για μένα, είναι!
‒Πολύ το διυλίζεις, ρε παιδί μου. Δεν είναι όλα και για να φέρνεις την καταστροφή…
‒Δεν το διυλίζω, μωρέ. Απλά δεν καταπίνονται όλα με ευκολία. Η κανονικότητα. Ποια κανονικότητα τώρα…
‒Θα σου πω εγώ ποια κανονικότητα. Δεν μπορείς, ρε φίλε, δεν έχεις το δικαίωμα να στερείς από τον άλλον αυτό που έχει ανάγκη να κάνει. Αυτό που ο καθένας πιστεύει ότι είναι το σωστό για τον εαυτό του και για τους ανθρώπους γύρω του. Αυτή είναι η κανονικότητά του…
‒Δεν στερώ τίποτε από κανέναν. Κι εγώ, με τη σειρά μου, επέλεξα τη δική μου κανονικότητα, τη φυγή. Ποιος μπορεί, ποιος έχει δικαίωμα να μου το στερήσει αυτό; Ποιος μου κόβει το δρόμο προς το όνειρο; Και, ακόμα χειρότερα, όταν ξέρω ότι υπάρχει έστω και ένας άνθρωπος πάνω σ’ αυτή τη Γη που θέλει να ζήσει το ίδιο όνειρο!
‒Ψύλλους στ’ άχυρα ψάχνεις, φίλε μου. Μη νομίζεις ότι κι εγώ θα κάθομαι ν’ ακούω τις ασυναρτησίες σου για πολλή ώρα ακόμη.
‒Το ξέρω, φίλε. Επέλεξες να το κάνεις για λίγο, για κάποιους μήνες, και σε λίγο, μόλις σβήσω κι αυτό το τσιγάρο, θα πάρεις το… δισάκι σου και θα επιστρέψεις εκεί όπου ανήκεις.
‒Πού ανήκω, πιστεύεις;
‒Αυτό το ξέρεις μόνο εσύ. Εγώ ξέρω μόνο το πού ανήκω εγώ. Τ’ ακούς; Εγώ… Κι εγώ ανήκω εκεί που θέλω εγώ. Στα όνειρά μου, στους έρωτές μου, στα βιβλία και στη μουσική μου. Στο χρόνο που μου απομένει. Και πρέπει σ’ αυτόν το χρόνο να αποφασίσω τι θέλω να κάνω. Με ποιους θέλω να είμαι και με ποιους όχι…
‒Και έχεις αποφασίσει;
‒Ναι…
‒Για πες λοιπόν…
‒Να σου διαβάσω καλύτερα ένα μικρό απόσπασμα από τον «Μικρό Πρίγκιπα» του Αντουάν ντε Σεντ Εξιπερί;
‒Δεν θα το αντέξω, αλλά, αν πρόκειται να νιώσεις καλύτερα, θα το υποστώ…
‒Λοιπόν, άκου προσεκτικά:«Εσύ, εσύ μόνο θα έχεις τα αστέρια όπως κανένας άλλος δεν τα έχει. Σε ένα από αυτά θα ζω. Σε ένα από αυτά θα γελώ. Και έτσι, όταν το βράδυ θα κοιτάς τον ουρανό, θα είναι σαν όλα τα αστέρια να γελούν. Εσύ μόνο, εσύ θα έχεις τα αστέρια που μπορούν να γελούν».
‒Πολύ μελοδραματικό. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι έχεις αποφασίσει να αυτοκτονήσεις για κάποιο λόγο…
‒Όχι, φίλε μου. Σίγουρα δεν θέλω να γίνω ένας ακόμη αυτόχειρας. Η αυτοκτονία θέλει κότσια, κι εγώ δεν τα έχω. Άσε που, όπως λένε, η αυτοκτονία είναι και ένα είδος εκδίκησης, κι εγώ δεν θέλω να εκδικηθώ κανέναν, δεν έχω λόγους άλλωστε να το κάνω.
‒Ρε συ, είσαι σχιζοφρενής, το ξέρεις;
‒Όχι σχιζοφρενής. Αυθόρμητος. Και υπερβολικός σίγουρα.
‒Τελικά που κόλλαγε αυτό το απόσπασμα με τ’ αστέρια;
‒Αυτός είναι δικός μου λογαριασμός. Μπορείς να φύγεις, αν το θέλεις…
‒Ναι. Θα φύγω. Κι εσύ κοίτα να έρθεις στα συγκαλά σου, να ωριμάσεις…
 
Άναψα ακόμα ένα τσιγάρο και κοίταζα το φίλο μου να χάνεται στο δρόμο, με το σακίδιό του στην πλάτη. Δεν γύρισε να μου ρίξει ούτε ματιά. Έτσι έπρεπε να κάνει. Ούτε τον οίκτο του ήθελα ούτε και τη συμπόνια του. Κι επειδή νιώθω πως ήθελε πολλά να μου πει, και πως ίσως τα καλύτερα τα φύλαξε για μια επόμενη φορά, για όποτε τελοσπάντων δεν ήθελα ούτε τη συμβουλή του. Απλά, σήκωσα το χέρι μου και τον αποχαιρέτησα, όπως άρμοζε στον ίδιο και στις στιγμές που μου χάρισε.
 
Ύστερα, αφού άναψα κι άλλο τσιγάρο, σήκωσα το κεφάλι μου και σφήνωσα τα μάτια μου σ’ ένα αστέρι. Του έκλεισα το μάτι και του χαμογέλασα. Το αστέρι ανταπέδωσε σαν να μου έλεγε «Μην ανησυχείς, το μήνυμά σου έφτασε στον προορισμό του…»
Κι όμως, πάντα σιχαινόμουν το πρωινό τσιγάρο…
 
Υ.Γ.: Μην ψάξετε να βρείτε τον "Ανδρέα" και τον "άλλον". Πρόκειται για φανταστικά προσωπα!
 
Παναγιώτης Σπανός
 
 

team