Τα ήσυχα (κυριακάτικα) βράδια

Ακόμα ένα δελτίο ειδήσεων σ’ έχει καληνυχτίσει με το χαμόγελο του παρουσιαστή του: το μισό θλιμμένο για το προϊόν που σου πρόσφερε (και ξέρει πολύ καλά τι σου έδωσε) και το άλλο μισό ευτυχές, διότι έβγαλε για μια ακόμη μέρα την υποχρέωσή του απέναντί σου και απέναντι στην κοινωνία του θεάματος συνολικά.

Η δομή του γνωστή. Η συνταγή ίδια κι απαράλλαχτη εδώ και πολλά χρόνια: άφθονο αίμα, μπόλικο σπέρμα και σχεδόν μόνο ψέμα: όλα μαζί στον αποχυμωτή για να φιλτραριστούν τα κουκούτσια (όπου κουκούτσι, βλέπε αλήθεια). Το σύνηθες μακελειό σε κάποιο σταθμό του ΜΕΤΡΟ κάποιας μεγάλης πρωτεύουσας της πολιτισμένης Δύσης ή κάπου στην απολίτιστη Μέση Ανατολή. ο Γ΄ Παγκόσμιος Πόλεμος είναι σε εξέλιξη και το γνωρίζεις πολύ καλά πια. Ένα σεξουαλικό σκάνδαλο που μπορεί να εμπλέκεται από τον πιο αδιάφορο άνθρωπο του τόπου σου μέχρι τη σύζυγο ενός πρωθυπουργού, ας πούμε. Μερικές κοκότες της πασαρέλας και της φιλανθρωπίας σε ψεύτικες αλλά καλοστημένες φιέστες για τα παιδάκια της Αφρικής που εν έτει 2016, λένε ακόμα το νερό νεράκι. Και στο τέλος το πολιτικό ρεπορτάζ που ξέρεις καλά, καλύτερα από πολλούς άλλους πως βγαίνει: με τα non papers των στρατηγείων των κομμάτων που δουλεύονται στις αίθουσες των συσκέψεων και διανθίζονται με κάποια ζωντανά για να μη χάνει το μέσο τη δυναμική του. Ο χυλός σε πνίγει. Η αηδία έχει γίνει κόμπος στο λαιμό.

Κοιτάζεις δίπλα σου τη σύντροφό σου. Για πρώτη φορά έπειτα από δέκα χρόνια δεν σου λέει τίποτα – ίσως, μάλιστα, να μην της λες κι εσύ, έτσι που τη βλέπεις απορροφημένη να ρουφάει αχόρταγα τις σελίδες κάποιου από τα best seller της εποχής, που σε αφήνουν παγερά αδιάφορο. Βλέπεις, εσύ έψαχνες τα υψηλά νοήματα της ζωής και της γνώσης αλλού… Κάπως αλλιώς είχες φτιάξει τον κόσμο σου πριν από κάμποσα χρόνια κι αυτός ο κόσμος δεν είναι πια εδώ!

Ξαφνικά θέλεις να φύγεις. Να γεμίσεις ένα σακίδιο με δυο αλλαξιές ρούχα και να την κάνεις για μακριά και για πολλές μέρες. Κανείς να μην ξέρει που βρίσκεσαι, τι κάνεις και τι αναζητάς. Το αναβάλλεις προσωρινά. Βάζεις ένα δίσκο στο pick-up και γεμίζεις το ποτήρι σου με αλκοόλ. Μετά ανάβεις το τσιγάρο σου, ρουφάς λαίμαργα να γεμίσουν οι πνεύμονές σου πίσσα και νικοτίνη -ναι, είσαι παγερά αδιάφορος για τον καρκίνο που μπορεί και να σε σκοτώσει- και καρφώνεις τα μάτια στο ταβάνι του σπιτιού σου που το έβαψες πρόσφατα σε απαλό μπλε χρώμα για να σου θυμίζει πάντα τον Ελύτη. Πλησιάζεις τα πενήντα και αυτός είναι πια ο ουρανός σου…

Θυμάσαι τα χρόνια της ακμής και της (όποιας) δημιουργίας. Τα χρόνια που πέταξες στο σύννεφο, κυνηγώντας ανεμόμυλους σαν άλλος Δον Κιχώτης. Μετά σου έρχονται στο νου τα κατοπινά χρόνια: εκείνα της παρακμής και της στασιμότητας. Δεν μίλησες ποτέ για όλα αυτά στην σύντροφό σου, η οποία στο μεταξύ ακόμα δεν έχει δώσει την παραμικρή σημασία στις κινήσεις σου. Επέβαλλες τη δύναμη της σιωπής για πρώτη φορά στη ζωή σου. Εκείνος ο επικοινωνιακός, ο εξωστρεφής άνθρωπος που ήσουν κάποτε, έχει δώσει τη θέση του σε έναν άλλο τύπο. Είσαι περισσότερο κλειστός και φοβικός με τους ανθρώπους.

Άλλαξες από τότε κι άλλαξες πολύ. Η ωριμότητα ήρθε και σε βρήκε με μεγάλη καθυστέρηση είναι η αλήθεια. Τα χρόνια βάρυναν πάνω σου και οι παγωμένες Κυριακές των χειμώνων σου, ειδικά από τις πέντε το απόγευμα και μέχρι να αποφασίσεις να πέσεις για ύπνο, είναι πια ένα ασήκωτο φορτίο. Κάτι σου λείπει και, αν ξέρεις πολύ καλά τι είναι αυτό, κάνεις πως δεν το βλέπεις, πως δεν υπήρξε ποτέ στη ζωή σου. Συνέχισες. Τα έθαψες όλα πολύ βαθιά μέσα σου. Σού επιβλήθηκε ποινή από τον φυσικό νόμο, το νόμο της επιλογής. Την δέχθηκες με την αξιοπρέπεια που σου είχε απομείνει τότε. Την εκτίεις εκείνη την ποινή ακόμα με όση αξιοπρέπεια κατάφερες να ανακτήσεις, μετρώντας πια όχι μόνο τα λόγια σου αλλά και τις κινήσεις σου!

Κι όμως, σε τρώει… Θέλεις να ξαναβγείς στο δρόμο. Να κυνηγήσεις το πριν, το μετά, το ποτέ και το πάντα. Να θυμηθείς εκείνο τον άνδρα που δεν δίστασε να πάει κόντρα στον ηθικό νόμο, αλλά γονάτισε την τελευταία στιγμή απέναντι στη μεγάλη ευθύνη: έπρεπε να πάρεις μια απόφαση μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Επέλεξες τελικά τα ήσυχα βράδια, αδιαφορώντας για ότι έμελλε να σου συμβεί. Ποτέ δεν σου άρεσαν άλλωστε τα happy end, και η ζωή σου έδωσε ένα τέλος αντάξιο των επιθυμιών σου!

Ο χρόνος κύλησε, συνέτριψε στις μυλόπετρές του τα συναισθήματα, αλλά όχι και τις αναμνήσεις που σαν κουκούτσια μένουν πάντα στο μυαλό. Ένα κλικ… Ένα κλικ του μυαλού είναι όλα και ξαφνικά ξεβολεύεσαι από τον καναπέ σου. Επαναστατείς για μια τελευταία φορά. Δίνεις στον εαυτό σου μια ευκαιρία ακόμα, την τελευταία ίσως. Κόντρα σε όλους και σε όλα, κι ότι βρέξει ας κατεβάσει όπως τότε. Ξεκινάς από τη βιβλιοθήκη σου. Σκαλίζεις κάτι πολυθεματικά τετράδια των φοιτητικών σου χρόνων, τριάντα συναπτά έτη πίσω... Το μάτι σου πέφτει σ’ ένα από αυτά. Έχει σκληρό μπλε σκούρο εξώφυλλο και με άσπρα κεφαλαία γράμματα, τα «κούφια» στη γλώσσα των παλιών εφημεριδάδων, γράφει «college edition». Το ανοίγεις και το ξεφυλλίζεις βιαστικά. Οι σελίδες του έχουν κιτρινίσει. ο καιρός έχει αφήσει ανεξίτηλα το σημάδι του πάνω τους, αλλά η μελάνι σαν από κάποιο θαύμα, δεν έχει ξεθωριάσει. Ήταν κάποιες παλιές σημειώσεις, ξεπερασμένες πια κι αυτές από την πρόοδο της επιστήμης. Σαν να ακούς μια φωνή, δεν μπορείς να προσδιορίσεις αν είναι ανδρική ή γυναικεία. Σε ρωτάει: γιατί τις κρατάς ακόμα; Δεν προλαβαίνεις να απαντήσεις…

Έχει πάει δώδεκα και μισή κι έχεις αποκοιμηθεί για τα καλά στον καναπέ σου. Εκείνη, η σύντροφός σου, είχε φροντίσει από νωρίς να σου πάρει το τσιγάρο από τα χέρια για να μην καείς, και σε άφησε να απολαύσεις ένα ακόμα ήσυχο κυριακάτικο βράδυ, όπως μόνο εσύ το είχες σχεδιάσει – έτσι, για να μην παραπονιέσαι ότι κανείς δεν σκοτίζεται για σένα.

Ξυπνάς απότομα και αντιλαμβάνεσαι ότι η επανάσταση που σχεδίαζες, η φυγή που ετοιμαζόσουν να κάνεις, δεν ήταν παρά ένα ακόμα παιγνίδι του μυαλού σου. Θέλεις αλλά δεν μπορείς να κάνεις τίποτε πια και ξέρεις καλύτερα από τον καθένα το γιατί…

Πρέπει να κοιμηθείς. Άλλη μια δύσκολη εβδομάδα σε περιμένει στο γραφείο.

Όνειρα γλυκά και καλά δελτία ειδήσεων να έχεις…

 

Παναγιώτης Σπανός