«Αυτοί που φεύγουν… κι αυτοί που μένουν»

«Κι αυτούς που φεύγουν κι αυτούς που μένουν,

οι μοίρες μ' απονιά πάντα τους δέρνουν»

 

Και όχι μόνο οι μοίρες…

Αυτοί που έφυγαν για άλλους ουρανούς, άλλα παράλληλα σύμπαντα, και πέρασαν στην αιωνιότητα έφυγαν ακούσια από κάποια απροσεξία, από κάποια παράβλεψη, από ένα άσχημο παιχνίδι της ειμαρμένης… Αυτοί που έμειναν δεν περιμένουν τίποτα πλέον απ’ αυτούς. Τους έχουν τακτοποιήσει σε κάποιο μικρό κουτάκι της ψυχής τους, σ’ ένα μικρό συρτάρι, «κάθε συρτάρι και πληγή».

Αυτοί που έφυγαν έφυγαν εκούσια! Επειδή το αποφάσισαν οι ίδιοι και ήρθαν μια μέρα και το ανακοίνωσαν ήρεμα, αλλά χωρίς να σηκώνουν καμιά αντίρρηση επ’ αυτού! «Φεύγω» είπαν «κι αφήνω πίσω μου συντρίμμια» συμπλήρωσα… Βέβαιο! Γιατί αποφάσισαν ότι δεν ταιριάζεις στα όνειρά τους, γιατί έχουν πλέον άλλες προσδοκίες, γιατί θέλουν να ζήσουν «τη ζωή έξω από τα μέτρα» τα δικά σου. Έφυγαν και «πήραν την καρδιά τους», «έφυγαν και πήραν κάθε σου ελπίδα» και μαζί τη δικής σου καρδιάς τα τιμαλφή, της ψυχής σου τα πολύτιμα πετράδια που απλόχερα τους χάρισες! Έφυγαν! «Έριξαν στη νύχτα μια σπρωξιά και ξεκίνησαν ένα άλλο ταξίδι, που θα τους φέρει πιο κοντά στην καρδιά τους».

«Αυτοί που φεύγουν» δεν σκέφτηκαν ποτέ την εισβολή τους στο δικό σου κόσμο, γιατί περί εισβολής πρόκειται. Κι εσύ «σαν πόλη αφέθηκες», κι εσύ επένδυσες… Πάντα έτσι ήσουν! Αυτοί που φεύγουν μόνοι αποφάσισαν την είσοδο, μόνοι και την έξοδο!

Κι «αυτοί που μένουν» αγκαλιάζουν τις «νύχτες που ανταμώσανε πάνω στα δάκρυά τους». Η «νύχτα που απλώθηκε βαθιά μες στην ψυχή σου» έγινε κτήμα σου. Έμεινες να παλεύεις με τα στοιχειωμένα σου όνειρα, της ψυχής σου τα ρημάδια. Κι ήθελες να γράψεις όσα νιώθεις, να ουρλιάξεις στη νύχτα, να υψώσεις το λυγμό σου στ’ ουρανού το μαύρο, να γίνεις ένα με αυτό! Κι ήθελες να «κοιμηθείς στο πάτωμα, να κλείσεις και τα μάτια», κι υπάρχουν πολλά σαν κι εσένα «άτομα που γίνονται κομμάτια»!

Κι όταν κάποτε ήρθε η χαραυγή «βρέθηκες να ακροβατείς γυμνή στη σκηνή, δίχως μάσκα και λόγια, πώς να ξεφύγεις…». Κι είπες «Φεύγα!» στην ψυχή σου, «Φεύγα!» Και, ναι! Συνειδητοποίησες ότι «αυτό που μοιάζει φυλακή είναι το πέταγμά σου, που ʼχει φτερά, μα δεν μπορεί να σπάσει τα δεσμά σου!».

Αλλά, πάλι, ήσουν μ’ αυτούς «που μένουνε και περιμένουνε» για κάμποσο. Να προσπαθείς να τιθασεύσεις τους παλμούς της καρδιάς σου με στίχους. Τι περίεργοι που είναι αυτοί οι στίχοι… Η ραχοκοκαλιά του τραγουδιού, της μουσικής το ένδον… Κι αναμετρήθηκες κι εσύ με το ένδον σου, το πυρπόλησες… Το κοίμιζες πολλές νύχτες στο πάτωμα και τις μέρες το έβγαζες βόλτα με ένα καρφιτσωμένο χαμόγελο στα χείλη, για να μη βλέπουν οι άλλοι την αδυναμία του.

Κι έμεινες παρέα με τους στίχους και τις λέξεις σου, παρέα κι αποκούμπι… Αλλά και με τους «δικούς σου ξένους, τους πιο μακρινούς, τους δικούς σου ανθρώπους, της καρδιάς σου τόπους». Και μετά από καιρό είπες «θα χορτάσω μικρές χαρές» κι «άλλες λύπες θα περάσω». Κι «οι σκέψεις που πια μόνες τους γελάνε» σε έβγαλαν ξανά στην «αρένα» της ζωής. Κι είπες «Τώρα κι εγώ θα ζήσω, θέλω να ξαναρχίσω!». Και «ησύχασε η θάλασσα μέσα στα μάτια σου», «πέρασε η μπόρα πέρασε!». Κι άρχισες ξανά «ν’ αγαπάς τα βουνά και τα πέλαγα, τα θεριά ν’ αγαπάς και τ’ ανήμερα και πολύ ν’ αγαπάς τους ανθρώπους». Κι ακόμη να παίρνεις «βαθιές αναπνοές απ’ τη ζωή σου».

Και, τέλος, αναρωτιέσαι «ποιοι είναι οι κερδισμένοι τελικά στης ζωής την ανηφοριά;». Αυτοί που φεύγουν; Φυγή δεν σημαίνει απαραιτήτως δειλία, δεν σημαίνει ότι αυτοί που έφυγαν δεν αισθάνθηκαν. Απλά δεν μπόρεσαν να διαχειριστούν το συναίσθημά τους κι ένιωσαν την ανάγκη να το περιφρουρήσουν. Ίσως πάλι και το Εγώ τους να μην τους επέτρεψε να «πετάξουν».

Αυτοί που μένουν είναι οι κερδισμένοι.

Αυτοί που κοιμίζουν το ένδον τους στο πάτωμα. Που ενδίδουν στο να νιώσουν αφειδώλευτα, που δεν δίνουν σημασία στο ένδυμα.

Κερδισμένοι είναι αυτοί που «κουνούν μαντίλια» σ’ αυτούς που φεύγουν με καθαρή καρδιά και βλέμμα.

Κερδισμένοι είναι αυτοί που αναγεννήθηκαν από τις στάχτες τους, που στύλωσαν τα πόδια, που πάτησαν γερά κι έκαναν το άλμα «το πιο γρήγορο απ’ τη φθορά».

Κερδισμένοι είναι αυτοί που κάνουν παντιέρα τα «θέλω» τους. Που δεν φοβούνται μην τσαλακωθούν τα φτερά τους. Που ζουν τη στιγμή.

Κερδισμένοι είναι αυτοί που μένουν και επιμένουν.

Κερδισμένοι είναι αυτοί που χαϊδεύουν την ψυχή τους και της τραγουδούν:

 

Όπου κι αν πας να θυμάσαι

Όσο υπάρχει ουρανός να πετάς

Όσο υπάρχει ζωή μη φοβάσαι

Θα ʼχεις λόγο για να ξεκινάς

όσο υπάρχει ουρανός να πετάς!

 

Τέττιξ

 

 
 

page 2