Μακριά από την Αθήνα κι όπου να ʼναι…

ΚαλύβαΛατρεύω το καλοκαίρι. «Όνειρο θερινής νυκτός» την έχουν βαφτίσει την ασθένειά μου. Ο νους όλο ταξιδεύει, εκεί στην άγονη γραμμή του Αιγαίου. Ένα ψαροχώρι θέλω και μια καλύβα από καλάμια, μιαν ανάσα από το κύμα, κι ας κοιμηθώ κατάχαμα. Δέκα μέρες; Δεκαπέντε; Είκοσι; Όσες περισσότερες γίνεται. Και μια ταπεινή ταβέρνα δίπλα. Τη μια μέρα γαύρο τηγανιτό με ντοματοσαλάτα. Την επομένη δυο αυγά μάτια και μια τηγανιά πατάτες. Τη μεθεπομένη μελιτζάνες ιμάμ. Την ευλογία του Θεού στο πιάτο μου. Τη διαφορά στο καθημερινό φαγητό να την κάνει ο κήπος της κυρα-Σταμάτας και η ψαριά του άντρα της, δηλαδή η αγνότητα του προς βρώσιν προϊόντος! Ό,τι υπάρχει. «Ο Θεός είναι μεγάλος, παιδί μου. Ποτέ δεν μας άφησε έτσι. Πενήντα χρόνια είμαι μ’ αυτόν τον άνθρωπο και, δόξα τον Ύψιστο, τα καταφέραμε μια χαρά…». Οι αφηγήσεις, οι αναμνήσεις που ξεδιπλώνονται και έρχονται από χρόνια δύσκολα αφήνουν στήλη άλατος τον ακροατή, που όλο θέλει ν’ ακούσει κι άλλα. «Τον ζάλισες τον χριστιανό, Σταμάτα», ακούγεται η βαριά φωνή του μπαρμπα-Ανδρέα από το καΐκι που το έχει αράξει στο αυτοσχέδιο λιμανάκι, εκεί δεξιά όπως αγναντεύουμε το πέλαγο.

Αληθινό καταφύγιο είναι ετούτο το όραμα. Να φαντάζεσαι έναν τόπο που θα σωθεί, σαν από θαύμα λες, ακόμα κι από πυρηνικό όλεθρο. Έναν τόπο από τον οποίο ο άνθρωπος, ο επόμενος homo sapiens ή όπως αλλιώς θα τον ονομάσουν οι ανθρωπολόγοι του (μακρινού) μέλλοντος, θα ξεκινήσει να γράφει ξανά την Ιστορία του.

Δύο αλλαξιές ρούχα, άφθονα πακέτα τσιγάρα και δύο ή τρία βιβλία στο σάκο μου να είναι τα μόνα μου εφόδια. Μακριά από τον πολιτισμό, αυτό το σύγχρονο τέρας που έφτιαξαν οι πολυεθνικές. Δεν τον θέλω, με αγριεύει. Η ανάγκη με κάνει και τον ανέχομαι πια. Ούτε κι αυτή την Αθήνα θέλω πια. Τη σιχάθηκα. Σιχάθηκα τους ρυθμούς της, την απανθρωπιά της. Τη βρίσκω όμορφη μόνο σε κάποιες γωνιές της πλέον. Τη βρίσκω υποφερτή μόνο το Πάσχα και τον Αύγουστο, που αδειάζει από κόσμο.

Όχι! Δεν μου φταίνε σε τίποτε οι «κωλόβλαχοι που μας αδειάζουν τη γωνιά…», κατά πως λένε κάποιοι ελιτιστές της κακιάς ώρας. Πέντε τόσα εκατομμύρια ψυχές εδώ βρήκαν ψωμί, εδώ κρύφτηκαν οι πρόγονοί τους στα δύσκολα χρόνια, που δεν είναι και τόσο μακρινά όσο φαντάζουν ή τα φανταζόμαστε. Εδώ τους έφεραν, διάβολε! Σ’ αυτό το «στομάχι της Ελλάδας» (έτσι αποκαλούσε την πρωτεύουσα ο μακαρίτης ο Μίσσιος), που δεν είναι τίποτε περισσότερο παρά ο καθρέφτης ενός υδροκέφαλου, ενός σιχαμερού κράτους που έριξε όλες του τις ζαριές σημαδεμένες. Αλλά ας μην το πηγαίνω παραπέρα…

petrollampΜια λάμπα πετρελαίου θέλω να φωτίζει τις νύχτες μου. Μια λάμπα μού είναι αρκετή και, δόξα τω Θεώ, τα μάτια μου αντέχουν ακόμα να διαβάζουν στο μισοσκόταδο. Το πρωί να ξυπνάω ό,τι ώρα θέλω και όχι σαν καλοκουρδισμένη μηχανή να τρέχω πότε ʼδω και πότε ʼκει. Να κάνω δυο βήματα και να πέφτω στην αγκαλιά της θάλασσας, να ρουφάω την αρμύρα της και να εισπνέω με βουλιμία το ιώδιό της – η καλύτερη πρόληψη για τα κρυολογήματα του χειμώνα.Και σαν τη χορτάσω, να απλώνω το σώμα μου σαν βούτυρο πάνω στην ξεροψημένη από τον ήλιο ακρογιαλιά – αμμώδης, με ψιλό χαλίκι ή με πέτρα μου, είναι παντελώς αδιάφορο. Κι αφού χορτάσω τον βασιλιά Ήλιο, ξανά μέσα στο νερό. Ώσπου να ποτίσω ολόκληρος, να μουλιάσω που λένε!

Για το μεσημέρι (περίπου) τα είπαμε: λιτό γεύμα και δύο μπίρες. Μετά ίσα στην καλύβα για τον υπνάκο-φάρμακο – αναθεματισμένα ωράρια που μας στερούν αυτή τη μικρή καθημερινή απόλαυση, όσοι τη στερούμαστε τέλος πάντων. Ύστερα απογευματινός καφές, ελληνικός στη χόβολη κατά προτίμηση, και μετά ακόμα μια βουτιά πάνω στο χάσιμο του ήλιου, λυπημένος όχι για το σκοτάδι αλλά για το τελείωμα μιας ακόμα μέρας. Μα και χαρούμενος συνάμα, γιατί εισπνέοντας τις καλοκαιρινές ανάσες της νύχτας όλο και κάτι θα σκεφτώ για να κάνω την επόμενη μέρα καλύτερη από αυτή που μόλις με αποχαιρετά. Για εφημερίδα, τηλεόραση και ραδιόφωνο ούτε συζήτηση!

Θέλουμε δεν θέλουμε, μας αρέσει δεν μας αρέσει, ο σύγχρονος τρόπος ζωής μετράει τα τελευταία του. Δεν είναι μόνο η κρίση που αναγκάζει πολύ κόσμο να σκέφτεται έτσι ή περίπου έτσι – άλλωστε το χάλι των τελευταίων ετών έχει οδηγήσει αρκετούς συμπατριώτες μας σε άλλους δρόμους διαφυγής, περισσότερο… επικερδείς, και λογικό είναι. Η κρίση ανέδειξε τα πιο σοβαρά προβλήματα λειτουργίας του καπιταλιστικού συστήματος, τις πιο μεγάλες αντιφάσεις του. Η επιστροφή ενός εκάστου εξ ημών στις ρίζες του (μακάρι να είχα… γερές ρίζες) είναι ένα πρώτο μεγάλο βήμα, μια πρώτη πράξη σθεναρής αντίστασης απέναντι στη βαρβαρότητα της εποχής. Ίσως να μην είναι η απόλυτη λύση ‒δεν υπάρχουν άλλωστε απόλυτες λύσεις, παρά μόνο στα Μαθηματικά‒ ωστόσο

θα ήταν μια σοβαρή αμφισβήτηση του συστήματος, και μάλιστα εκ των έσω. Κοιτάξτε τον χάρτη της Ελλάδας. Η πατρίδα μας παραμένει ένας ευλογημένος τόπος. Κοιτάξτε τον χάρτη και βάλτε το δάχτυλό σας τυχαία σ’ ένα σημείο του. Επιλέξτε με το ένστικτο, έστω. Παρά τα προβλήματα έλλειψης υποδομών στα χωριά και τις κωμοπόλεις, μπορεί ο καθένας να αναζητήσει και να βρει λύσεις. Όλα μια συνήθεια είναι. Προσωπικά, προτίθεμαι ν’ αφήσω τα πολλά για τους άλλους. Και τα λίγα πια μου είναι αρκετά…

 

Παναγιώτης Σπανός

 
 

team