Γι αυτά τα μάτια σου θα ‘ξαναρθώ…

 

«Τον βλέπαμε κάθε βράδυ κυρ-αστυνόμε μου, που έβγαζε τα σκουπίδια του. Είχε και για τους δύο κάδους, για τ’ ανακυκλώσιμα και για τ’ άλλα. Και πάντα έβαζε κάτι για τον πρώτο πεινασμένο που θα περνούσε από ‘κει., Δεν ξέραμε τι, αλλά τον βλέπαμε ν’ αφήνει διακριτικά κάτι στο μπράτσο του σκουπιδοτενεκέ. Δεν γνωρίαζαμε πολλά γι αυτόν: μόνο ότι το τελευταίο διάστημα είχε μείνει χωρίς δουλειά κι ότι ζούσε από τα έτοιμα. Προφανώς του τελείωσαν κι έτσι έφτασε στο απονενοημένο, Θεός φυλάξοι τα παιδιά μας από τέτοιες κατάρες! Κάθε πόρτα το καρφί της κυρ-αστυνόμε μου τι τα γυρεύεις…»

για αυτά τα μάτια 1Η σπιτονοικοκυρά του λίγο πιο λεπτομερής: «έμοιαζε του πατέρα του, τον είχα γνωρίσει. Ευαίσθητοι και οι δύο. Α, δεν μπορώ να πω, στις υποχρεώσεις του πολύ εντάξει. Σε ότι είχαμε συμφωνήσει, κύριος με το «Κ» κεφαλαίο. Αλλά από ‘κει κι ύστερα δεν ξέρω τι τον βασάνιζε. Εμένα πάντως μου έδινε πάντα την εικόνα ενός αισιόδοξου ανθρώπου. “Όλα θα γίνουν” μου έλεγε, κι όλα ως δια μαγείας όλα γίνονταν. Τουλάχιστον εγώ έπαιρνα τα λεφτά μου. Πως ζούσε, πως την έβγαζε και τι έτρωγε, θα σας γελάσω κυρ-ενωμοτάρχα μου», έλεγε σε όλους τους τόνους η κυρία Αναστασία! «Α, ήταν και γόης. Γυναίκες βλέπαμε να μπαίνουν και να βγαίνουν, αλλά πάντα ήσυχος, Θεέ μου συγχώρα με. Μπαινόβγαιναν πολλές. Εργένης ήταν, καταλαβαίνετε…»

Τυπική περίπτωση αυτοχειρίας αποφάνθηκαν οι αστυνομικοί και περίμεναν τον ιατροδικαστή να επιβεβαιώσει το πρόχειρο πόρισμά τους. Λίγο νερό στο δάχτυλο και το σώμα σχεδόν κάρβουνο –πρέπει να πόνεσε, αλλά ποιος νοιάζεται; Και το «γιατί» ποιος το γαμάει; Τυπική περίπτωση αυτοχειρίας λόγω ανεργίας και οικονομικών αδιεξόδων, αφού βρέθηκαν πρόχειρα μια καταγγελία σύμβασης εργασίας και μια απόφαση του οικείου Ταμείου Ανεργίας. Με τόσα και τόσα που είχαν αντικρύσει μπάτσοι και ιατροδικαστές όλα αυτά τα χρόνια της Κρίσης, ήταν λογικό να έχουν είχαν γίνει τυπικοί στα πορίσματά τους και να πηγαίνουν παρακάτω, στην επόμενη υπόθεση. Άλλωστε δεν ήταν πια και της… επικαιρότητας οι αυτοκτονίες! Ο φάκελος έκλεισε.

Αφού αποσφραγίστηκε το σπίτι -τυπική διαδικασία μετά τις αυτοκτονίες- μόλις ένας άνθρωπος βρέθηκε να σκεφτεί τι θα απογίνουν τα λιγοστά υπάρχοντά του, κυρίως βιβλία και δίσκοι βινυλίου. Μπήκε μέσα με το κλειδί που είχε από παλιά μόνο αυτός, ψαχούλεψε προσεκτικά, για τον φόβο των Ιουδαίων, άνοιξε συρτάρια και ντουλάπια για να ξεχωρίσει τι θα έδινε στην εκκλησία της ενορίας, τι θα μπορούσε να κρατήσει ο ίδιος και τι θα έστελνε εκεί που έπρεπε, αν υπήρχε κάτι να στείλει.

Έβαλε σε κουτιά τα βιβλία του, αποσυναρμολόγησε τη βιβλιοθήκη και την έριξε στα ανακυκλώσιμα όπως θα ήθελε ο φίλος του. Όλα του τα ρούχα τα έβαλε σε μεγάλες μαύρες  σακούλες και τα προόριζε για τον Άγιο που έστεκε αγέρωχος σ’ έναν λόφο πεντακόσια μέτρα παραπάνω από το σπίτι του και για τους φτωχούς που προσεύχονταν ακόμα στ’ όνομά του.

Λίγο προτού δώσει τα κλειδιά στην σπιτονοικοκυρά του φίλου του και τακτοποιήσει και τις τελευταίες λεπτομέρειες, έριξε μια ύστατη ματιά, μήπως και κάτι του είχε διαφύγει. Άνοιξε τυχαία ένα συρτάρι της ντουλάπας του υπνοδωματίου του. Βρήκε μέσα μια ασημένια ταμπακιέρα με χαραγμένο πάνω της ένα γυναικείο όνομα. Την έβαλε στην τσέπη του παντελονιού του κι έφυγε, αφού πρώτα παρέδωσε τα κλειδιά. Στο δρόμο, κοιτάζοντας την ταμπακιέρα, θυμήθηκε τον τελευταίο τους διάλογο, κάποιο γλυκό ανοιξιάτικο βράδυ με ελάχιστους μεζέδες και αρκετό φτηνό κρασί, λίγο καιρό πριν από το συμβάν:

-«Ως πότε ρε φίλε; Ως που;».

-Ως το τέλος, αδελφέ. Ώσπου να βγει η ψυχή μου!»

Δεν τον είχε πάρει στα σοβαρά, κανείς δεν τον είχε πάρει στα σοβαρά, και τώρα, πηγαίνοντας με τα πόδια στο σπίτι του, έκλαψε πικρά για τον αδελφικό φίλο που έχασε.

Ταχυδρόμησε την ταμπακιέρα με το γράμμα που βρήκε μέσα της, χωρίς να το ανοίξει. Ήξερε για πού προοριζόταν το μικρό αυτό αντικείμενο, υποψιαζόταν το περιεχόμενο της γραφής και είπε από μέσα του: «οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους». Απλώς συνέχισε να τραγουδάει: «κλείσε τα μάτια σου/να φύγω να χαθώ/γι αυτά τα μάτια σου θα ξαναρθώ». Το χρωστούσε στον αδελφικό του φίλο…

Κείμενο: Παναγιώτης Σπανός

 

 

 
 

page 2