Η περιπέτεια μιας μπαλλάντας

1431. Ύστερος Μεσαίωνας, Παρίσι. Η φτωχή οικογένεια Ντε Μονκορμπιέ ή Ντε Λοζ αποκτά καινούριο μέλος. Τον Φρανσουά. Ο πατέρας πεθαίνει και την μόρφωσή του μικρού αναλαμβάνει ένας, πιθανόν, μακρυνός συγγενής που συναναστρέφεται την αριστοκρατία και είναι άνθρωπος των Γραμμάτων. Είχε κι άλλους τίτλους που, αργότερα, θα φανούν χρήσιμοι στον «γιό» του. Είναι Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου, μέλος της μεγάλης Αδελφότητας των Αστών, χωροδεσπότης και ανώτατος δικαστής στην περιοχή του Μαλαί-λε-Ρουά. Πρόκειται για τον ιερέα του Σαιν Μπενουά ντε Μπετουρνέ, κοντά στη Σορβόννη. Ο Φρανσουά σπουδάζει κι από το 1456 και μετά, χρησιμοποιεί το επίθετο του «θετού» του πατέρα. Ο Φρανσουά ντε Μονκορμπιέ γίνεται Φρανσουά Βιγιόν. Ολοκληρώνει τις σπουδές του, το 1452, παίρνει τον τίτλο του Maître èsArts (Διδάσκαλος των Τεχνών) και μπροστά του ανοίγεται μια λαμπρή καρριέρα είτε στην βασιλική διοίκηση είτε στον ανώτατο Κλήρο. Όμως η ιδιοσυγκρασία του χαρακτήρα του, και ίσως …. η μοίρα, έχουν άλλα σχέδια γι’ αυτόν. Το 1455 έχει κάνει ήδη τον πρώτο του φόνο αλλά απαλλάσσεται, με παρέμβαση του κηδεμόνα του, έναν χρόνο μετά. Λίγο αργότερα ληστεύει, με άλλους τέσσερις, το Κολλεγιο της Ναβάρρα κι εγκαταλείπει το Παρίσι. Στις περιπλανήσεις του, γνωρίζεται με την περίφημη συμμορία των Κοκιγιάρ που την αποτελούσαν όλων των ειδών οι κακοποιοί. Μιλούσαν μια συνθηματική γλώσσα, τα ζαργκόν, για να μην τους καταλαβαίνει κανείς και κυρίως η αστυνομία. Ο Βιγιόν έγραψε αρκετές μπαλλάντες στα ζαργκόν. Από το 1457, και για λίγο καιρό, μένει στο Μπλουά στην Αυλή του Δούκα της Ορλεάνης. Ο Κάρολος της Ορλεάνης, καταξιωμένος ποιητής της εποχής του, συναγωνίζεται τον Βιγιόν, το 1458, σε έναν ποιητικό διαγωνισμό όπου ο πρώτος στίχος ήταν δεδομένος : «Κοντά στη βρύση πεθαίνω διψασμένος» ή «πεθαίνω, κοντά στην πηγή, από δίψα» ανάλογα με τον μεταφραστή. Ο στίχος στα παλαιά γαλλικά είναι Je meurs de seuf auprès de la fontaine, οπότε η δεύτερη είναι η, κατά λέξη, μετάφραση (την οποία έκανε η Μαρία Υψηλάντη το 2010). Πήραν μέρος αρκετοί ποιητές που ο Κάρολος φιλοξενούσε στην Αυλή του και τους έδινε μισθό. Η μπαλλάντα του Βιγιόν ήταν εξαιρετική και γι’ αυτό βγήκε πρώτη. Ζήτησε να πάρει τον μισθό του αλλά ο Δούκας αρνήθηκε δυσαρεστημένος από τον χαρακτήρα του ποιητή. Ο Βιγιόν δεν έχασε καιρό. Έφυγε και, όπως συνήθως, πέρασε στην παρανομία. Το 1460, τον βρίσκουμε και πάλι στην φυλακή καταδικασμένο σε θάνατο που όμως δεν πραγματοποιήθηκε. Την ίδια χρονιά γεννήθηκε η κόρη του Δούκα και όλοι οι κρατούμενοι πήραν χάρη. Λίγο αργότερα τον συλλαμβάνουν, για μιαν ακόμη φορά, μένει στην φυλακή ως το 1463, καταδικασμένος ξανά σε θάνατο μέχρι τις 3 Ιανουαρίου όπου η καταδίκη μετατρέπεται σε εξορία. Είναι και η τελευταία φορά που ακούμε κάτι γι’ αυτόν. Τα ίχνη του χάνονται και κανείς δεν γνωρίζει το τέλος του. Η ζωή του ήταν τέτοια ώστε τα παλαιά γαλλικά λεξικά την λέξη «βιγιόν» την ερμηνεύουν ως «αχρείος». Αν και ο όρος είναι σημερινός, ο Βιγιόν θεωρείται ως ο πρώτος «καταραμένος» ποιητής. Ωστόσο η ποίησή του είναι δυνατή, καταγγέλλει την πολιτικο-κοινωνική κατάσταση της εποχής του, κυρίως στην «μπαλλάντα των μικρών προτάσεων» ή «μπαλλάντα των μικρών στοχασμών».
Από εκείνη την εποχή ως την δική μας κύλησαν αιώνες ώσπου στον Λυκαβηττό, το 1981, ο Σάκης Μπουλάς ερμηνεύει σε μετάφραση Σπύρου Σκιαδαρέση μια μπαλλάντα σε ζαργκόν μελοποιημένη από τον Θάνο Μικρούτσικο. Ο Βιγιόν επιστρέφει στον 20ο αιώνα με τον ίδιο έντονο, εξαιρετικό και δυνατό στίχο του. Λίγα χρόνια αργότερα, ο Μικρούτσικος αποφασίζει να παρουσιάσει στο κοινό ένα ολοκληρωμένο αφιέρωμα στον μεσαιωνικό ποιητή. Ανάμεσά τους η «μπαλλάντα του ποιητικού διαγωνισμού του Μπλουά». Δεν μπορώ να αποφασίσω αν είναι ο στίχος, η μουσική ή η ερμηνεία του ίδιου του συνθέτη που κτυπάει κατευθείαν στην ψυχοσύνθεση του σύγχρονου Έλληνα, και ίσως όχι μόνο του Έλληνα, αλλά το συγκεκριμένο ποίημα είναι τόσο σημερινό, τόσο επίκαιρο ώστε είναι σαν να γράφτηκε σήμερα: «… στον τόπο μου είμαι ξένος, καλόδεχτος, διωγμένος με κλωτσιές…».
Η μετάφραση της Μαρίας Υψηλάντη ακολουθεί τον κάθε στίχο, είναι ακριβής και για όσους γνωρίζουν γαλλικά είναι άριστη. Ωστόσο η μετάφραση του Σκιαδαρέση που είναι περισσότερο απόδοση και σε μερικά σημεία ίσως και λανθασμένη έχει την αναγκαία ένταση και δυναμικότητα να γίνει τραγούδι κι αυτή την μετάφραση επέλεξε ο Μικρούτσικος. Στην δισκογραφία μετράει το τελικό αποτέλεσμα και, στην περίπτωση αυτή, η μπαλλάντα του Μπλουά βρήκε ακριβώς την μουσική που της ταιριάζει.

Πλάϊ στη βρύση πεθαίνω διψασμένος / καίω σα φωτιά και τρεμοτουρτουρώ

Στον τόπο μου ενώ ζω, είμαι τέλεια ξένος / κοντά στη στιά τα δόντια κουρταλώ,

Σά σκούληκας γυμνός στολή φορώ / γελώντας κλαίω χωρίς ελπίδα πια,

Κουράγιο παίρνω απ’ την απελπισιά / Χαίρομαι κι όμως δεν έχω χαρές,

Θεριό είμαι δίχως δύναμη καμμιά / Καλόδεχτος διωγμένος με κλωτσιές.

                                                                   

Χριστίνα Δημητρίου
 
 
Βιβλιογραφία:
  • Βιγιόν Φρανσουά: Μπαλλάντες και άλλα ποιήματα, εισαγωγή-μετάφραση-σχόλια: Μαρία Υψηλάντη, Εκδ. Στιγμή, Αθήνα 2010
  • Benoit-DusausoyAnnick & FontaineGuy: Ευρωπαϊκά Γράμματα – Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας, τόμος Α’, μτφρ. Αλέξης Ζήρας, Βίκτωρ Ιβάνοβιτς, Γιάννης Κιουρτσάκης, Λύντια Στεφάνου, Τατιάνα Τσαλίκη-Μηλιώνη, Εκδ. Σοκόλη, Αθήνα 1992
  • ·Villon François: Μπαλλάντες και άλλα ποιήματα, επιμέλεια-μετάφραση: Σπύρος Σκιαδαρέσης, Εκδ. Γαβριηλίδη, Αθήνα 19992