Joy Division: το φαινόμενο της punk σκηνής

Όταν ο Curtis συνάντησε τον Ρεμπό ...

Η μπάντα του dark wave από το Μάντσεστερ, που με την επιλογή του ονόματός τους θύμισαν ένα ακόμα έγκλημα των ναζί.

Τους ακούω από την εφηβεία μου, θεωρώντας τους από τότε το αγαπημένο μου συγκρότημα. Τους έβαζα κάθε φορά που έκανα πρόγραμμα όταν δούλευα dj, έχω μιλήσει γι’ αυτούς σε εκδηλώσεις, αναφέρομαι σ’ αυτούς όποτε βρω ευκαιρία, δεν θα μπορούσα να μην πω κάτι γι’ αυτούς κι εδώ. (Πρόσφατα ξαναείδα την ταινία Control, που βιογραφεί τη σύντομη ζωή του Curtis, και στριφογυρνούν ξανά, συνέχεια στο μυαλό μου.)

Εκεί, στην πολύχρωμη δεκαετία του ’80, εκείνοι ήταν οι προεξάρχοντες της σκοτεινής πλευράς της μουσικής, του dark wave. Με έναν ωκεανό συγκροτημάτων μαζί τους εξέφρασαν με τον καλύτερο τρόπο τη ζοφερή πλευρά της ανθρώπινης ύπαρξης, τις βαθύτερες αλήθειες, που απαιτούν διεισδυτικότητα, διαύγεια και δύναμη για να εκφραστούν.

Εξέχουσα φυσιογνωμία του γκρουπ ο τραγουδιστής τους, Ian Curtis, ένας στιχουργός - ποιητής με σπάνια εκφραστική δύναμη και σύντομο βίο (αυτοκτόνησε στα 23 του). Μετά την αυτοκτονία του οι Joy Division διαλύθηκαν και τα εναπομείναντα μέλη σχημάτισαν τους New Order. Και αν οι New Order εξελίχθηκαν σε ένα από τα πρωτοπόρα και πιο εμπνευσμένα συγκροτήματα της ηλεκτρονικής pop μουσικής, οι προκάτοχοί τους έγιναν θρύλος για το new wave, το post punk, το dark wave, γενικά για τη μουσική που ακολούθησε την έκρηξη του punk. Ένας κατάλογος που βρήκα με κάποιες εκατοντάδες συγκροτήματα και τραγουδιστές που έχουν διασκευάσει τραγούδια τους (ανάμεσά τους οι Nick Cave, Cure, Moby, Massive Attack, Red Hot Chili Peppers, U2 κ.ά.) ίσως δείχνει το μέγεθος της επιρροής που άσκησαν σε όλη τη μουσική μετά απ’ αυτούς.

Οι Joy Division σχηματίστηκαν όταν ένα βράδυ τα βασικά μέλη τους, νέοι απ’ το Μάντσεστερ, παθιασμένοι και διψασμένοι για μουσική, παρακολούθησαν μια συναυλία των Sex Pistols, του συγκροτήματος που πυροδότησε και σηματοδότησε την έκρηξη του punk στην Αγγλία, και αποφάσισαν να κάνουν κι εκείνοι πράξη τις δικές τους μουσικές ιδέες συμμετέχοντας στην punk επανάσταση και συνδιαμορφώνοντας το new wave, που ήταν η συνέχεια του punk. Το punk ήταν το είδος το οποίο άλλαξε για πάντα τη μουσική και γενικότερα τη νεανική κουλτούρα της Βρετανίας και όλου του κόσμου. Ήταν η απάντηση στα οξυμένα κοινωνικοοικονομικά προβλήματα της Βρετανίας τη δεκαετία του ʼ70 και την αδυναμία της τελματωμένης τότε ροκ μουσικής να τα εκφράσει. Ένα κύμα νέων συγκροτημάτων εξερευνά κάθε πτυχή, σκληρή ή μελωδική ή και τα δύο, της νέας μουσικής που είχε δημιουργηθεί. Οι JoyDivision ήταν ένα απ’ αυτά.

Ύστερα από κάποια πειράματα και κάποιες αλλαγές στη θέση του ντράμερ και στο όνομα, κατέληξαν στο όνομα Joy Division (το όνομα αναφέρεται στις ομάδες εβραίων γυναικών που χρησιμοποιούνταν για τη σεξουαλική ευχαρίστηση των στρατιωτών σε ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης) και σε μια σύνθεση τεσσάρων ατόμων. Από το Γενάρη του 1978 μέχρι το Μάιο του 1980 έβγαλαν ουσιαστικά δύο μεγάλους δίσκους, το Unknown Pleasures και το Closer (και κάποιους μικρότερους) και ένα live, το Still, που κυκλοφόρησε μετά τη διάλυσή τους. Τρεις είναι για μένα οι λόγοι που οδήγησαν στη μυθοποίησή τους:

1) H μουσική που περιείχαν οι δίσκοι τους. Μια μουσική που δεν είχε ξαναπαιχτεί μέχρι τότε και καθόρισε ό,τι παίχτηκε από τότε κι ύστερα. Σε αυτή τη μουσική, που θα μπορούσαμε να την παρομοιάσουμε με μια ανάμειξη πολικού πάγου και ηφαιστειακής λάβας, με μια σύζευξη του συμπαντικού ψύχους με την απελπισμένη φλόγα της ανθρώπινης ύπαρξης, ο Ian Curtis συμμετείχε με τους στίχους και τη φωνή του. Μια μεγαλειώδη, βαρύτονη, ελεγειακή και εκρηκτική φωνή, που, σε συνδυασμό με τα όργανα των υπόλοιπων μελών, έδινε ένα αποτέλεσμα που σου έδινε την αίσθηση ότι, ενώ όλα τα άλλα συγκροτήματα υποκρίνονταν, περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένα, με αυτούς τα πράγματα άλλαζαν. Αυτό το γκρουπ δεν υποκρινόταν, δεν έπαιζε θέατρο. Αντίθετα τα μέλη του μας έδειχναν απλώς και μεγαλειωδώς τη ζωή τους. Γυμνή και τραγική, όπως πραγματικά ήταν, όπως ήταν και η ζωή αμέτρητων νέων που ταυτίστηκαν μαζί τους. Στην αμεσότητα και την ειλικρίνεια που εξέπεμπαν σημαντικά συνέβαλε και η σκηνική τους παρουσία, με τον τρομερό χορό του Ian Curtis και τις σπασμωδικές του κινήσεις, που έχουν στοιχειώσει τα οράματα και τα πρότυπα όλων των οπαδών τους.

2) Η ποίηση του Ian Curtis. Ο Curtis ήταν ένας ποιητής που έγραφε πολύ. Πριν απ’ αυτό όμως ήταν φανατικός αναγνώστης. Διάβαζε με πάθος μεγάλους και «σκοτεινούς» συγγραφείς: Ντοστογιέφσκι, Κάφκα, Γκόγκολ, Μπάροουζ, Μπάλαρντ. Και φανατικός ακροατής: David Bowie, Velvet Underground, Iggy Pop, Jim Morrison, Roxy Music. Μελέτη και ακούσματα έδωσαν σε αυτόν το νέο, ουσιαστικά αυτό το παιδί, τα εφόδια έτσι ώστε η ευαισθησία, η εσωστρέφεια, η συστολή και η οξυμένη αντίληψή του να ζυμωθούν με τα ψυχολογικά και αργότερα τα σωματικά του προβλήματα (κατάθλιψη και επιληπτικές κρίσεις). Όλα αυτά, σε συνδυασμό με τη φιλοσοφία του για τον κόσμο που τον περιέβαλλε, τον οδήγησαν σε μια αποτύπωση που ελάχιστοι είχαν κατορθώσει μέχρι τότε ή κατόρθωσαν από τότε.

Ο Curtis αντίκρισε το χάος και την άβυσσο μέσα του, σηκώνοντας ταυτόχρονα την κουρτίνα του κόσμου γύρω του, αυτήν που συνήθως καλύπτει απ’ τα μάτια των ανθρώπων την έρημο του πραγματικού, και αποτύπωσε σε στίχους όλα όσα είδε. Αυτό που με συγκλονίζει πάντα όταν το σκέφτομαι είναι ότι όλα αυτά τα έγραψε όταν ακόμα σχεδόν παιδί. Μέχρι τα 23 του χρόνια είχε εισπράξει όλο τον υπαρξιακό ζόφο που συνάντησε, τεμαχίζοντας κι ανατέμνοντας κάθε σκοτεινή πτυχή του εαυτού του και του κόσμου. Μέχρι που αποφάσισε τελικά πως αυτό δεν μπορούσε να συνεχιστεί. Μέχρι τα 23 του χρόνια! Μέχρι τότε ο άνθρωπος αυτός βίωσε, κατανόησε και αποτύπωσε με τέτοια ποιητική δύναμη όσα οι περισσότεροι σ’ αυτή την ηλικία τα νιώθουμε συγκεχυμένα κι αξεδιάλυτα. Και περνάνε χρόνια για να τα επεξεργαστούμε νοητικά ‒ αν τελικά το κάνουμε ποτέ και δεν τα θάψουμε νωρίτερα ή αργότερα χάριν μιας πιο υποφερτής επιβίωσης.

Ο Curtis πέρασε σαν ένας κομήτης που ξεπήδησε από την έκρηξη ενός σουπερνόβα μέσα στα αχανή ψυχρά βάθη αυτού του σύμπαντος, διέγραψε μια πυρακτωμένη μικρή τροχιά κι έσβησε μπροστά μας. Η νεανική εκρηκτικότητα της ποιητικής του ύπαρξης μόνο με αυτήν ενός Ρεμπό ή ενός Νοβάλις θα μπορούσε να συγκριθεί. Κι ύστερα από μια τέτοιου μεγέθους έκρηξη δύσκολα θα μπορούσε να συνεχίσει. Τι θα μπορούσε να γράψει άραγε στα 30 ή στα 40 του, όταν έγραφε τέτοιους στίχους στα 20;

3) Η καταλυτική αυτοκτονία του Curtis. Μια αυτοκτονία που αποδόθηκε στα προβλήματα της υγείας του λόγω της επιληψίας, του γάμου του, της παράλληλης σχέσης του, της κατάθλιψής του, του πεισιθάνατου του χαρακτήρα του. Θυμάμαι ένα φίλο μου, εκεί στα τέλη της δεκαετίας του ’80, οπαδό της heavy metal μουσικής, με συμπάθεια κατά τα άλλα στο new wave / dark wave που ακούγαμε οι υπόλοιποι, που όταν αναφερόμασταν στους Joy Division εξεγειρόταν: «Φτάνει πια μ’ αυτόν τον Ian Curtis. Ένας δειλός ψυχοπαθής ήταν που πήγε κι αυτοκτόνησε κι εσείς τον κάνατε θεό. Και η μουσική τους, υποτονική και μαύρα σκοτάδια. Υπάρχουν πολλοί καλύτεροι απ’ αυτούς».

Για το θέμα της μουσικής δεν μπορούσαμε να πούμε πολλά. Ήταν υποκειμενικό. Ένας ακροατής της heavy metal ήταν μάλλον φυσικό να θέλει κάτι ακόμα πιο σκληρό. Για το θέμα της αυτοκτονίας όμως είχε, εν μέρει, δίκιο. Η αυτοκτονία του Curtis πράγματι ανέβασε αυτόν και το συγκρότημά του σε μυθικό, σε θεϊκό επίπεδο, προκαλώντας ανάλογα φαινόμενα λατρείας. Κάτι ανάλογο έχει συμβεί και σε άλλες περιπτώσεις αυτοκτονίας ή ξαφνικού - πρόωρου θανάτου καλλιτέχνη (Morrison, Hendrix, Cobain). Ποιος λέει όμως ότι υπάρχει κάτι κακό ή άδικο ή υπερβολικό σε αυτή την εξιδανίκευση;

Καταρχάς, ως συγκρότημα (σύνολο μουσικής και στίχων) θα γίνονταν θρύλος και χωρίς την αυτοκτονία. Όπως έγιναν κι άλλοι που μουσικά ήταν πολύ προχωρημένοι και πρωτοπόροι και δεν αυτοκτόνησαν, όπως οι Bauhaus, Birthday Party, Sisters of Mercy για να αναφέρω μερικά συγκαιρινά τους συγκροτήματα. Η αυτοκτονία όμως του Curtis ήταν μια επικύρωση, προσέδωσε μια σφραγίδα γνησιότητας στα γραφόμενά του. Ήταν αυτός που περισσότερο ίσως από κάθε άλλον ήταν γνήσια πεσιμιστής και με την αυτοκτονία του έδωσε μία –όχι δόκιμη, ούτε ίσως αποδεκτή, πάντως κάποιου είδους – απόδειξη εντιμότητας πως αυτό που έλεγε το εννοούσε. Μπορώ να σκεφτώ την περίπτωση του Καρυωτάκη στα ελληνικά δεδομένα. (Όχι βέβαια πως χρειάζεται να κάνει κανείς κάτι τέτοιο για να αποδείξει την ειλικρίνειά του.) Από την άλλη, η αυτοκτονία του Adrian Borland, του τραγουδιστή των Sound, ενός άλλου πολύ καλού, συγκαιρινού και ανάλογου ύφους συγκροτήματος δεν οδήγησε σε ανάλογη μυθοποίηση, ίσως γιατί άργησε πολύ να γίνει, το 1999, όταν πια το κύμα του new wave, είχε προ πολλού ξεφουσκώσει.

Συνηθίζω να λέω πως, για μένα, υπήρχε και μια άλλη αιτία για την «αποχώρηση» του Ian Curtis. Μια αιτία φυσική, νομοτελειακή και ασυνείδητη. Ήταν τέτοια η φλόγα της καλλιτεχνικής και της πραγματικής ζωής του, που η δημιουργική και συναισθηματική έκρηξη δεν μπορούσε να διαρκέσει πολύ. (O Βοnο, που στον πρώτο δίσκο τους οι U2 είχαν αφιερώσει ένα τραγούδι στον Curtis, είχε πει πως αν ο Ian Curtis συνέχιζε, θα είχε γίνει ο μεγαλύτερος τραγουδιστής της ροκ μουσικής). Σαν ένα ηφαίστειο που σβήνει μετά την εντυπωσιακή έκρηξή του, ο Curtis ή θα αποχωρούσε από την Τέχνη (κάτι σαν αυτό που έκανε ο Ρεμπό) ή θα αποχωρούσε από τη ζωή. Επέλεξε το δεύτερο.

 

Παναγιώτης Φάμελλος

 

 
 

team