Culture


 

 

Theater


Μια ξεχωριστή φυλή (σκέψεις για το φαινόμενο David Bowie)

Υπάρχει μια μπαουϊκή φυλή που ζει ανάμεσά μας σ’ αυτό τον κόσμο, που διαρκώς μας υπενθυμίζει πως δεν είναι κομμάτι του. Μπορείς να τη συναντήσεις παντού, στην τέχνη φυσικά, αλλά και στην καθημερινότητα, σ’ ένα κλαμπ, σε μια δημόσια υπηρεσία ή στο δρόμο. Μπορείς να καταλάβεις τους εκπροσώπους της από τα εξωτερικά τους χαρακτηριστικά, σ’ αυτά συνίσταται κυρίως εξ’ άλλου αυτή η ομαδοποίηση. Κοφτές γραμμές προσώπου, οξύ βλέμμα, χαμόγελο μυστηριώδες κι ανεξιχνίαστο, πνευματώδες και υπαινικτικό, προκλητικό και ειρωνικό, ως και χλευαστικό.

Και κυρίως μια εντυπωσιακή, εξωτική ομορφιά ή ένας πρωτόγονος, ζωώδης μαγνητισμός ή απλώς μια εύθραυστη και ντελικάτη φινέτσα.

Συνειδητοποίησα την ύπαρξή της όταν, τη δεκαετία του ’80 είχα γνωρίσει δύο φίλους, ο ένας το alter ego του άλλου, φανατικούς ακροατές των Bauhaus, του τραγουδιστή τους του Peter Murphy και του David Bowie, που συνεχώς μιλούσαν συνεπαρμένοι και αλλοπαρμένοι για τον Murphy και τις κινήσεις του και τα βλέμματά του και τους στίχους του και το πόσο προσπαθούσε να μοιάσει στον Bowie. Και παρατηρώντας τους κι εγώ περισσότερο είδα τις ίδιες γραμμές στο πρόσωπο, τις ίδιες συσπάσεις στο χαμόγελο ή το ίδιο βλέμμα σε κατάσταση ηρεμίας και νηφαλιότητας, τις ίδιες κινήσεις των χεριών και του σώματος είτε σε κατάσταση ηρεμίας είτε σε κατάσταση χορευτικού παροξυσμού.

Μετά τα είδα, εκτός από εκείνους και τον Murphy και τον Bowie, στον Iggy Pop, στον David Sylvian των Japan, τον Richard Butler των Psychedelic Furs, τον Andrew Eldritch των Sisters of Mercy, τον Ian McCullouch των Echo & the Bunnymen, τον Julian Copeτων Teardrop Explodes, τον Nick Rhodes των Duran Duran, σε μέλη και οπαδούς κάποιων ακόμα συγκροτημάτων ξένων αλλά και της ελληνικής new wave σκηνής, σε γνωστούς μου αλλά και σε αγνώστους σε μέσα μεταφοράς, στο δρόμο, σε εργασιακούς χώρους. Δεν ήταν (και δεν είναι) πάρα πολλοί, μερικές δεκάδες ίσως, αλλά πάντα ξεχωρίζουν με το βλέμμα, το σώμα, τις κινήσεις τους (κυρίως αυτές με τα χέρια τους, μακριά και ανοικονόμητα, που κινούνται σαν να επιδίδονται σε καλλιτεχνική δημιουργία, σαν να ζωγραφίζουν ή να χορεύουν ή να σμιλεύουν ένα γλυπτό την ώρα που μιλάνε ή σαν να σε υπνωτίζουν, κάτι ανάμεσα σε πλοκάμια και καλλιτεχνικά εργαλεία) αλλά κυρίως με την ομορφιά τους, μια ομορφιά πάνω και πέρα από το φύλλο τους, αμφίφυλη και ερμαφρόδιτη ή ακόμα πιο σωστά με τη λάμψη που εκπέμπουν γύρω τους και τη σιγουριά που δημιουργούν στους θεατές τους πως έχουν να κάνουν με κάτι ξεχωριστό.

Είναι μια αίσθηση βέβαια που καλύτερα απ’ όλους, βαθύτερα και επιδραστικότερα την εξέπεμψε ο ίδιος ο Bowie, μια κατάσταση στην οποία το βλέμμα του θεατή του μαγνητίζεται σε σημείο που να μην μπορεί να ξεκολλήσει από πάνω του, να μπορεί να τον παρακολουθεί για ώρες χωρίς σταματημό, χωρίς να κουράζεται, χωρίς να θέλει να αντικρίσει κάτι άλλο: μόνο η μπαουϊκή αυτή ράτσα και οι γάτες έχουν μια τέτοια επίδραση στους ανθρώπους πράγμα που ίσως μπορεί να οδηγεί σε κάποιους συσχετισμούς...

Μια επίδραση που, όσον αφορά τον Bowie που ήταν και ο κυριότερος εκπρόσωπος αυτού του είδους, εκφράστηκε με τη μαζική απήχηση και έλξη που προκαλούσε, με το γενικό θαυμασμό όχι μόνο για την κεφαλαιώδους σημασίας μουσική του αλλά και για την εμφάνισή του, που η ενστικτώδης αντίδραση που προξενούσε σε όποιον τον έβλεπε ήταν η τάση να τον μιμηθεί. Ρωτήστε γι’ αυτό τον Daniel Ash των Bauhaus, τη Siouxsie των Banshees, τον Robert Smith των Cure, τον Ian Curtis των Joy Division, το Morrissey των Smiths, τον Mark Almond, τον Boy George ή αργότερα τον Brian Molko των Placebo και τον Brett Anderson των Suede.

Ήταν αυτή η κεντρική αξία που έδωσε ο Bowie στην εμφάνιση και την εικόνα και την απελευθερωτική επαναστατικότητα και προκλητικότητά της που πήγαινε πολύ μακρύτερα από ένα απλό και κοινότυπο ροκ ντύσιμο. Αναγόταν σε ολόκληρη μεταμφίεση και την ενσάρκωση ενός κανονικού ρόλου και βρήκε τους φανατικότερους θαυμαστές, ακόλουθους και συνεχιστές της σε οπαδούς όλων των μουσικών ειδών αλλά κυρίως σ’ εκείνους της dark wave – gothic αισθητικής και κουλτούρας. Έδωσε την ώθηση σ’ αυτούς να τον ακολουθήσουν σε μια πραγματικά διαφορετική κατάσταση ύπαρξης, μια άλλη αισθητική διάσταση πέρα από τούτο τον κόσμο, κάπου αλλού όπου πιο εξελιγμένα όντα ζουν και αναπτύσσονται, των οποίων η διανοητική εξέλιξη αποτυπώνεται και στην εξωτερική τους εμφάνιση, ανθρωποειδή που η ανάπτυξή τους τούς έχει δώσει μια “αγγελική” ομορφιά και κάποια στιγμή ένας τους αποσπάστηκε ή στάλθηκε για να δώσει και στην καθυστερημένη ανθρώπινη φυλή μια ιδέα του πως είναι τα ανώτερα επίπεδα ύπαρξης. Και την έδωσε μέσα από τις εμφανίσεις του, τις μεταμφιέσεις του, τις εικόνες του, τους μουσικούς και κινηματογραφικούς του ρόλους, υποδυόμενος μια σειρά από ξεχωριστές προσωπικότητες με κορύφωση αυτές του “Ziggy Stardust” και της ταινίας “The man who fell to earth” όπου υποδύθηκε έναν πραγματικό εξωγήινο.

Αυτή η ξεχωριστή φυλή πιστεύω, έχει ένα σκοπό, μια αποστολή. Να μας αφυπνίσει, να μας δελεάσει, να μας δείξει το δρόμο και το στόχο. Μας προκαλεί να σπάσουμε το κέλυφος, να ντυθούμε και να βαφτούμε, να υπερβούμε τις δεδομένες – περιορισμένες προσωπικότητές μας και να τις αλλάξουμε, να υποδυθούμε ρόλους, να απεμπλακούμε από την προσκόλληση, να απελευθερωθούμε από την εναλλαγή ψεύτικων εαυτών που κανένας απ’ αυτούς δεν είμαστε αληθινά και να υιοθετήσουμε τις αληθινές και ποικίλες προσωπικότητες που πραγματικά εμπεριέχουμε.

Ο Bowie είχε μια εμφάνιση και μια ομορφιά που σε παρακινούσε να γίνεις ωραιότερος, καλύτερος, ανώτερος. Δεν ξέρω αν ήταν όντως εξωγήινος ή όχι, ξέρω όμως πως αν υπάρχουν εξωγήινοι, θα ήθελα να είναι σαν αυτόν.

 

Παναγιώτης Φάμελλος

 

(Το παραπάνω κείμενο παρουσιάστηκε στην εκδήλωση «The Art Of ZIGGY STARDUST– A tribute to DAVID BOWIE», της σειράς εκδηλώσεων “Reflections” του Γιώργου Σαφελά στο χώρο εκδηλώσεων του Death Disco.)

 

 

 

 

 

 

 

                                    ******************