ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΠΛΟΥΜΙΔΗΣ: «Η γνώση της Ιστορίας είναι αυτογνωσία»

 

 

 

«Δεν υπάρχουν θέματα ταμπού για την επιστήμη. Δεν κάνουμε ακτιβισμό ή politics»

 

 

Δύο φρέσκιες ιστορικές μελέτες έρχονται να προσθέσουν νέα στοιχεία στον δημόσιο διάλογο αναφορικά με δύο σημαντικές, όσο και ταραγμένες, περιόδους της σύγχρονης Ιστορίας του τόπου μας. Πρόκειται για τις μονογραφίες του Σπυρίδωνος Πλουμίδη, Επίκουρου Καθηγητή Νεότερης και Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Τα Μυστήρια της Αιγηΐδος. Το Μικρασιατικό Ζήτημα στην Ελληνική Πολιτική (1891-1922) και Το καθεστώς Ιωάννη Μεταξά (1936-1941). Ο κ. Πλουμίδης ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα του almaradio.fm και δέχτηκε να μας απαντήσει σε καίριες ερωτήσεις που στη ροή της συζήτησης ξέφυγαν από τα στενά πλαίσια των δύο αυτών μελετών.

‒ Κύριε Πλουμίδη, ας ξεκινήσουμε τη συζήτησή μας με μια ερώτηση κλισέ: Τι το καινούργιο θα διαβάσει ο μελετητής της Ιστορίας αλλά και ο μέσος αναγνώστης στις δύο αυτές μελέτες;

Στη μελέτη για τον Ιωάννη Μεταξά και το καθεστώς του έχει γίνει μια βαθιά, σφαιρική ανάλυση για τον χαρακτήρα του καθεστώτος, τόσο τον ιδεολογικό, αν ήταν δηλαδή φασιστικό ή όχι, όσο και τον πολιτειακό. Στο βιβλίο για τη Μικρά Ασία ο αναγνώστης θα πληροφορηθεί, καταρχάς, τον λόγο για τον οποίο η Ελλάδα αποφάσισε να επέμβει στην περιοχή στέλνοντας εκστρατευτικό σώμα το 1919 και, επιπλέον, τον τρόπο με τον οποίο οι Έλληνες πολίτες της εποχής και η ηγεσία τους χειρίστηκαν το Μικρασιατικό ζήτημα, από το 1914 κιόλας, και κυρίως τι ακριβώς συνέβη στις μοιραίες εκλογές του 1920.

‒ Hχρονική απόσταση από τα γεγονότα βοηθά τον ιστορικό να τα αποτιμήσει με νηφαλιότητα;

Εξυπακούεται. Πρώτον, όσο περνάει ο χρόνος αυξάνει η διαθεσιμότητα των πηγών, όπως τα σχετικά διπλωματικά έγγραφα, τα οποία στην Ελλάδα αποχαρακτηρίζονται με την πάροδο των πενήντα ετών. Δεύτερον, καταλαγιάζουν τα πάθη, οι έχθρες και τα μίση που έχουν καλλιεργηθεί, οπότε το ζήτημα της Μικράς Ασίας, αφού μιλάμε γιʼ αυτό, έχει κατά κάποιον τρόπο ουδετεροποιηθεί πολιτικά.

‒ Ας πιάσουμε την κάθε μελέτη σας ξεχωριστά, ξεκινώντας από το Μικρασιατικό ζήτημα. Πώς θα συνοψίζαμε την περίοδο από τη διατύπωση της Μεγάλης Ιδέας από τον Ιωάννη Κωλέττη το 1844 μέχρι την οριστική απώλεια των εδαφών της Μικράς Ασίας;

Σχηματικά πρόκειται για την πορεία της εθνικής ολοκλήρωσης των Ελλήνων. Στη γλώσσα της εποχής θα λέγαμε ότι πρόκειται για την περίοδο της εθνικής αποκαταστάσεως ή ενοποιήσεως. Αυτό που λέμε σήμερα «εδαφική ολοκλήρωση», δηλαδή την ταύτιση του Έθνους με το Κράτος. Τους απανταχού ανά τα Βαλκάνια και την Εγγύς Ανατολή Έλληνες να τους φέρουμε υπό την ελληνική εθνική και κρατική στέγη.

‒ Ωστόσο, δεν ήταν όλα ρόδινα τότε. Υπήρξαν λάθη, παραλείψεις και έχουν καταλογιστεί ευθύνες.

Σαφέστατα. Υπάρχει, καταρχάς, η μεγάλη ήττα του 1897 από τους Τούρκους. Έγιναν πολλά και σοβαρά λάθη από τις ηγεσίες της εποχής και υπάρχουν ευθύνες για όλα αυτά. Θυμηθείτε μόνο τις παράτολμες ενέργειες των Ελλήνων του 19ου αιώνα. Θυμηθείτε τις ιδιωτικές μυστικές εταιρείες της εποχής, που συνέλεγαν χρήματα, όπλα και πολεμοφόδια προκειμένου τα μέλη τους να πάνε να πολεμήσουν στην Κρήτη, την Ήπειρο και τη Μακεδονία και να τις απελευθερώσουν μόνοι. Αυτός ακριβώς ο αλυτρωτισμός, «ακτιβισμό» θα τον λέγαμε σήμερα, ξέφυγε τελείως από τον κρατικό έλεγχο το 1897. Η Ελλάδα τότε συμπαρασύρθηκε σ’ έναν πόλεμο για τον οποίο ήταν εντελώς απροετοίμαστη, παρά τις συνεννοήσεις του 1896 τόσο με τους Σέρβους όσο και με τους Βούλγαρους. Στο τέλος η Ελλάδα βρέθηκε γυμνή και μόνη να πολεμάει τους Τούρκους στη Θεσσαλία. Μετά το 1897, πάντως, πολλά αλλάζουν. Οι Έλληνες ωριμάζουν, το επίσημο κράτος επιχειρεί να πειθαρχήσει τον εθνικισμό και τον αλυτρωτισμό και να καταρτίσει ένα πρόγραμμα στρατιωτικής και οικονομικής ανόρθωσης. Επιπλέον, υπάρχει και μια καλύτερη συστηματοποίηση των όποιων στρατιωτικών ενεργειών, ακόμη και στο πλαίσιο του ανταρτοπόλεμου. Ένας εξορθολογισμός που συμπεριέλαβε ακόμη και την καλύτερη οργάνωση στη συλλογή και τη διαχείριση κρίσιμων πληροφοριών από στρατιωτικούς που προωθήθηκαν στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Όλη αυτή την καλή οργάνωση κληρονομεί ο Βενιζέλος το 1910 όταν ανέλαβε την εξουσία.

‒ Και προφανώς ο Βενιζέλος είναι ο άνθρωπος που μπορεί να πάει ένα βήμα παραπέρα όλες τις διεκδικήσεις των Ελλήνων.

Ο Βενιζέλος είναι ο μεγάλος διπλωματικός νους ο οποίος αναζητά και βρίσκει συμμαχίες στο εξωτερικό. Αντιλαμβάνεται καλά τον εξωτερικό περίγυρο της χώρας, τις διεθνείς σχέσεις και ισορροπίες. Και γιʼ αυτό αντιλήφθηκε ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να αναμετρηθεί ξανά με την Τουρκία και τη Βουλγαρία, αλλά απαραιτήτως με συμμάχους. Αυτό μάλιστα ήταν και ένα δίδαγμα του ατυχούς πολέμου του 1897.

‒ Ο Ιωάννης Μεταξάς, ο οποίος είναι το αντικείμενο της δεύτερης μελέτης σας, είναι ένα πρόσωπο που συνδέεται άρρηκτα με τα γεγονότα της περιόδου 1909-1922. Ο ιστορικός τι έχει να πει για τον Μεταξά του Εθνικού Διχασμού αλλά και για τον δικτάτορα Μεταξά;

Ο Μεταξάς, από το 1922, έχει ωριμάσει αρκετά πολιτικά, κάτι που του επέτρεψε να καταλάβει την εξουσία το 1936. Η σκέψη του έχει γίνει πιο μεστή, πιο ρεαλιστική. Ο Μεταξάς έχει αντιληφθεί ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να βρεθεί ποτέ ξανά απέναντι από την Αγγλία. Μέσα από τα εγκληματικά λάθη του κατά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού, τις μεγάλες πολιτικές αμαρτίες του, επανεμφανίζεται στο προσκήνιο πιο ώριμος. Παραμένει, βεβαίως, αμετανόητος πολέμιος του Βενιζέλου, κρατώντας σκληρή και άδικη στάση απέναντί του. Και φυσικά αποδείχθηκε ότι ήταν ο πιο ικανός ηγέτης της αντιβενιζελικής παράταξης. Αναμφίβολα, υπήρξε επίσης και μεγάλος στρατηγικός νους, από τους μεγαλύτερους που γέννησε η Ελλάδα, τον οποίο δυστυχώς ο Βενιζέλος δεν έλαβε όσο θα έπρεπε υπόψη του το 1915, όταν κατέστρωνε τα πολεμικά σχέδια για τη Μικρά Ασία. Θα πρέπει να πούμε, όμως, ότι ο Μεταξάς την περίοδο του Εθνικού Διχασμού έκανε μεγάλη ζημιά στην εθνική υπόθεση.

‒ Κύριε Πλουμίδη, διακρίνω μια παγίδα για τον ιστορικό που αποφάσισε να καταπιαστεί μ’ ένα θέμα ταμπού για τη σύγχρονη πολιτική Ιστορία του τόπου. Δεν φοβάστε μήπως κατηγορηθείτε για αγιογράφος του Μεταξά;

Καταρχάς, δεν υπάρχουν θέματα ταμπού. Ή κάνουμε επιστήμη ή κάνουμε ακτιβισμό και politics. Ο Μεταξάς ήταν στυγνός, στυγνότατος αντικομμουνιστής. Ωστόσο, θα μπορούσαμε κάλλιστα να ισχυριστούμε ότι ωφέλησε τους κομμουνιστές καθιστώντας τους ήρωες μέσα από τη διαρκή στοχοποίησή τους.

‒ Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η δικτατορία Μεταξά συνιστά το πέρασμα από το δίπολο βενιζελισμός-αντιβενιζελισμός στο δίπολο κομμουνισμός-αντικομμουνισμός, Δεξιά-Αριστερά, πείτε το όπως θέλετε…

Η περίοδος του Μεταξά είναι μια τομή στα πολιτικά πράγματα της χώρας, η οποία οριστικοποιείται το 1946, όταν και σχηματοποιείται το δίπολο Δεξιά-Αριστερά στην Ελλάδα. Ο Μεταξάς μιλούσε και καταφερόταν εναντίον των βενιζελο-κομμουνιστών. Ήθελε να δει τους βενιζελικούς στον ίδιο λάκκο με τους κομμουνιστές, να το πω έτσι. Με αυτό τον τρόπο ο Μεταξάς κατάφερε να στρέψει ένα σημαντικό κομμάτι του βενιζελικού χώρου προς τα αριστερά. Θυμηθείτε τον βενιζελικό αξιωματικό Στέφανο Σαράφη, μία εκ των ηγετικών φυσιογνωμιών του ΕΛ.ΑΣ. Και δεν ήταν ο μόνος φυσικά. Πράγματι, ο Μεταξάς, έθεσε στον δημόσιο διάλογο της εποχής το δίλημμα εθνικόφρων ή κομμουνιστής.

‒ Υπάρχει εθνομηδενισμός σήμερα; Και, αν ναι, είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα ενός συγκεκριμένου πολιτικού χώρου, εν προκειμένω της Αριστεράς, σύμφωνα με τις κατηγορίες που της αποδίδονται, ή μήπως το φαινόμενο απαντά και στους άλλους ιδεολογικο-πολιτικούς χώρους; Ρωτώ γιατί η οικονομική κρίση έχει κατεβάσει πολλά προσωπεία.

Σαφέστατα και υπάρχει εθνομηδενισμός, και μάλιστα με γερό ιστορικό υπόβαθρο, υπό την έννοια ότι το ΚΚΕ στα πρώτα του βήματα, και ακολουθώντας πιστά τις επιταγές της Κομιντέρν, είχε ενστερνιστεί όχι απλά τον διεθνισμό αλλά τον αντι-πατριωτισμό. Και, κακά τα ψέματα, η μήτρα της Αριστεράς στη χώρα μας είναι το ΚΚΕ.

‒ Ωστόσο, κ. καθηγητά, ήταν το ΚΚΕ εκείνο που έφτιαξε το ΕΑΜ. Και γνωρίζετε πολύ καλά ότι το «Ε» στο αρκτικόλεξο ήταν το «Εθνικό». Και επίσης, όπως γνωρίζετε, το ΕΑΜ είχε σαφείς αναφορές και στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του 1821.

Η ιστορική αλήθεια είναι ότι ο εθνικοαπελευθερωτικός χαρακτήρας του μετώπου κινητοποίησε τα μέγιστα τον χειμαζόμενο λαό την περίοδο της Κατοχής. Όπως επίσης ότι το ΕΑΜ εγκολπωνόταν την επαναστατική παράδοση του ’21. Παράλληλα, όμως, καλλιέργησε και το διχαστικό μίσος, το ταξικό μίσος…

‒ Η ταξική πάλη είναι αναπόσπαστο κομμάτι της κομμουνιστικής ιδεολογίας, κ. Πλουμίδη…

Ναι, πράγματι. Αντί όμως το ΚΚΕ, μέσω του ΕΑΜ, να στρέψει όλη του την ενέργεια στην εθνική απελευθέρωση και να σταματήσει εκεί, μετά το τέλος της Κατοχής συνέχισε τον πόλεμο με άλλη μορφή, εμφυλιοπολεμική.

‒ Είναι μόνο ευθύνη του ΚΚΕ ο Εμφύλιος Πόλεμος;

Η βασική ευθύνη ανήκει στο ΚΚΕ. Ήταν δεδομένο ότι θα έχανε την αναμέτρηση με το αστικό καθεστώς. Το βασικό λάθος του ΚΚΕ, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι δεν μπορούσε να απαγκιστρωθεί από τη Σοβιετική Ένωση, να προσαρμοστεί στα ελληνικά δεδομένα και να αναπτύξει ένα πολιτικό πρόγραμμα μετριοπαθές και ρεαλιστικό, με μοναδικό μέσο για την επίτευξη των στόχων του τη σύγκρουση μέσα στο Κοινοβούλιο και όχι στους δρόμους και στα βουνά.

‒ Παρ’ όλα αυτά, εγώ θα επιμείνω. Από το τέλος των Δεκεμβριανών μέχρι και την έναρξη του Εμφυλίου υπάρχει το οξύτατο φαινόμενο της Λευκής Τρομοκρατίας…

Η Λευκή Τρομοκρατία εναντίον των κομμουνιστών υπήρξε πράγματι στυγνή, απαίσια και απάνθρωπη, θα έλεγα, και με καταγεγραμμένα πολλά και φρικαλέα εγκλήματα εις βάρος των αγωνιστών του ΕΑΜ και του ΕΛ.ΑΣ. Υπάρχει όμως και η Κόκκινη Τρομοκρατία, με τις αντεκδικήσεις. Ο Τύπος της εποχής είναι γεμάτος ειδήσεις για δολοφονίες υψηλόβαθμων αξιωματικών της Χωροφυλακής, για παράδειγμα. Υπάρχουν, επίσης, συνεχείς ανακαλύψεις κρυπτών με όπλα. Πρόκειται, κατά τη γνώμη μου, για έναν φαύλο κύκλο βίας που τροφοδοτείται και από τις δύο πλευρές. Πάντως, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι η ένταση της Λευκής Τρομοκρατίας ήταν σαφώς πιο μεγάλη. Το κράτος του 1945, ακόμη και καθημαγμένο από την Κατοχή, έχει στα χέρια του σαφώς περισσότερους και πιο οργανωμένους μηχανισμούς: τον Στρατό, τη Χωροφυλακή και τις διάφορες υπηρεσίες ασφαλείας. Ο Εμφύλιος Πόλεμος είχε συνεχή ροή γεγονότων τόσο μετά τα Δεκεμβριανά όσο και μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορούσαν το ΚΚΕ και το ΕΑΜ να αντιμετωπίσουν τη Λευκή Τρομοκρατία ήταν το Κοινοβούλιο.

‒ Ως ιστορικός με βαθιά γνώση του παρελθόντος, πώς βλέπετε την Ελλάδα σήμερα; Θα μπορούσαμε, φερ’ ειπείν, να κάνουμε σύγκριση ή αναγωγή στην περίοδο 1897-1909;

Το 1909 ο ελληνικός λαός έδειξε μεγάλη ωριμότητα. Κατέβηκε στους δρόμους, οργάνωσε συλλαλητήρια στο Σύνταγμα (Ανάκτορα) και στο Πεδίον του Άρεως, ζητώντας την ανόρθωση του Κράτους, αν και αργότερα στον Εθνικό Διχασμό τα έκανε και πάλι θάλασσα. Τώρα δεν νομίζω ότι υπάρχει τέτοια ωριμότητα. Είχαμε τους «Αγανακτισμένους», βρέθηκα κι εγώ εκεί κάποιες φορές. Επρόκειτο για ένα συνονθύλευμα. Μια οχλοκρατική κατάσταση που δεν οδηγούσε πουθενά, καθώς δεν υπήρχε ένας κεντρικός σχεδιασμός που θα συμπεριελάμβανε ένα κοινό πρόγραμμα και μια κοινή κατεύθυνση, αν μη τι άλλο. Ο καθένας που βρέθηκε εκεί σκεφτόταν αυτό που ήθελε, και κυρίως σκεφτόταν ή πάλευε για την οικονομική ζημιά που είχε υποστεί από τις περικοπές σε μισθούς και συντάξεις. Δεν υπήρχε κανενός είδους προβληματισμός για το πώς, επί παραδείγματι, θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε καινούργιο πλούτο στην Ελλάδα. Σήμερα διαπιστώνουμε μια κατάπτωση, ηθική πνευματική και πολιτική. Κανείς δεν ξέρει πού θα σταματήσει όλο αυτό. Ζητούμενα στις μέρες μας θα έπρεπε να είναι η ωρίμαση και η επιστροφή μας στη σοβαρότητα. Πρέπει, πλέον, να παραδεχθούμε τα λάθη μας, ακόμη και τα πιο μικρά. Να δούμε τι έχει συμβεί στον τόπο μας τα τελευταία 30-40 χρόνια. Δεν έχω διακρίνει κάτι τέτοιο μέχρι στιγμής. Πρέπει επιτέλους ο ελληνικός λαός να φανεί ειλικρινής με τον εαυτό του. Κανένας απέξω δεν πρόκειται να μας σώσει. Οι ξένοι έχουν δείξει τον κυνισμό τους. Δεν ενδιαφέρονται για τον τόπο μας. Να μας τιμωρήσουν θέλουν και να πάρουν πίσω τα λεφτά τους. Δεν πιστεύω ότι και στο εξωτερικό υπάρχει συγκροτημένη σκέψη και ηγεσίες με όραμα. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το θέμα είναι τι κάνουμε εμείς για το δικό μας μέλλον. Χρειαζόμαστε, καταρχάς, ένα εμπνευσμένο σχέδιο που θα σταματήσει το κακό και θα σηκώσει τον τόπο στα πόδια του. Δεν χρειαζόμαστε μεγάλους ρήτορες και λαοπλάνους, από μεγαλόστομους και φανφαρόνους, εξυπνάκηδες και καλοντυμένους. Έχουμε γεμίσει από τέτοιους. Χρειαζόμαστε έναν άνθρωπο έξυπνο, έντιμο και ειλικρινή, που θ’ αγαπάει τον τόπο και θα κινείται από ταπεινά ελατήρια.

‒ Κύριε Πλουμίδη, ποιο είναι το πιο δύσκολο κομμάτι για έναν ιστορικό που αποφασίζει να καταπιαστεί με κάποιο θέμα; Στην ιστορική έρευνα πρέπει να στρογγυλεύονται οι γωνίες ή τα αποτελέσματά της να παρουσιάζονται ως έχουν;

Ο ιστορικός πρέπει να προσπαθεί να είναι όσο το δυνατόν πιο αντικειμενικός και να λέει αυτό που πραγματικά συνέβη και όχι αυτό που θα ήθελε να έχει συμβεί. Στο σκέλος της ερώτησής σας που αναφέρεστε στις «γωνίες», πράγματι κάποια πράγματα θα πρέπει να αναφέρονται με πιο ήπιο τρόπο, με μετριοπάθεια – ένα βασικό εργαλείο της επιστήμης. Δεν πρέπει να ανατροφοδοτούνται ή να ανακυκλώνονται τα πάθη, αλλά να εκλογικεύονται. Τώρα, η εύρεση των πηγών, η ιστορική έρευνα στις βιβλιοθήκες είναι μια κοπιώδης εργασία. Από την άλλη, υπάρχει η βάσανος της εξέτασης των πηγών. Χρειάζεται προσοχή στη μελέτη τους, ακόμη και στην τελευταία λεπτομέρειά τους, και φυσικά πολύ καλή επιμέλεια στο γράψιμό τους. Η ιστορική επιστήμη δεν είναι καθόλου απλή. Δεν πρόκειται για αφήγηση των γεγονότων.

‒ Κατά την άποψη τη δική μου αλλά και πολλών άλλων, ο ιστορικός πρέπει να λησμονεί την ιδεολογική αλλά και την εθνική του ταυτότητα όταν ερευνά. Πόσο αληθές είναι αυτό;

Είναι πέρα για πέρα αληθινό. Από την άλλη, ο ιστορικός, στην προσπάθειά του να ανασκευάσει τον εθνικισμό ή τις ιδεοληψίες της χώρας του, κινδυνεύει να γίνει ο ίδιος ιδεοληπτικός και να περάσει στο άλλο άκρο. Ο ιστορικός πρέπει να είναι αποστασιοποιημένος. Σαν ένας άνθρωπος που ήρθε από άλλη χώρα και συμπαθεί τον λαό για τον οποίο ερευνά και γράφει. Πρέπει όμως να γράψει τα πράγματα ως έχουν.

‒ Ποια είναι η άποψή σας για τη μαρξιστική προσέγγιση της Ιστορίας;

Η μαρξιστική προσέγγιση της Ιστορίας προσφέρει πολλές καινούργιες οπτικές και αναλυτικά εργαλεία για την Κοινωνική και την Οικονομική Ιστορία, κυρίως. Βεβαίως αυτά τα δύο πεδία συνδέονται άρρηκτα με την Πολιτική και τη Διπλωματική Ιστορία. Και, ως γνωστόν, οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται από κάποια πρόσωπα. Υπάρχουν από πίσω οι κοινωνίες, οι οποίες πιέζουν και ζητούν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Ο Μαρξισμός μάς έδωσε τη δυνατότητα να κατανοήσουμε τη διαλεκτική, υπό το πρίσμα της οποίας οι κοινωνίες και οι υπεύθυνες ηγεσίες τους γράφουν την Ιστορία τους. Ο Μαρξισμός ως επιστημονικό εργαλείο παραμένει αθάνατος!

‒ Η Ιστορία αναθεωρείται ή επαναξιολογείται, με βάση και τις διαθεσιμότητες των πηγών και των τεκμηρίων;

Αν ο σκοπός του ιστορικού είναι να επιφέρει τη λήθη των παθών και, εν γένει, τη συμφιλίωση, πρέπει να πω ότι είναι ένας στόχος δόκιμος.

‒ Δεν θα διαφωνήσω επί της ουσίας μαζί σας, αλλά θυμάμαι πάντα τα περί «συνωστισμού» στην προκυμαία της Σμύρνης…

Οι ωμότητες των Τούρκων στις τελευταίες πράξεις του μικρασιατικού δράματος συνιστούν αναμφίβολα έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Επιμένω όμως ότι η λήθη και η συμφιλίωση μπορούν να εδραστούν και να ριζώσουν στη βάση της ειλικρίνειας και της αλήθειας. Αν δεν ειπωθεί η ιστορική αλήθεια ως έχει, δεν υπάρχει περίπτωση να επέλθει η ειλικρινής φιλία. Θα είναι πάντα κάτι το επιφανειακό, κάτι εύθραυστο.

‒ Τι θα συμβουλεύατε έναν νέο ιστορικό ή έναν μέσο αναγνώστη;

Να είναι πολύ προσεκτικοί στο τι διαβάζουν, να προτιμούν τις σύγχρονες μελέτες να και να αξιολογούν καλά τον συγγραφέα. Σε έναν νέο πτυχιούχο ιστορικό θα έλεγα να ασχοληθεί με θέματα τα οποία δείχνουν να έχουν κλείσει. Κατ’ ουσίαν, ποτέ δεν κλείνει ένα ιστορικό ζήτημα, κι ας έχει αδρανήσει η δυναμική του από την πάροδο των χρόνων. Πάντοτε υπάρχουν διαστρεβλώσεις της ιστορικής αλήθειας, τις οποίες μπορούμε να αποκαταστήσουμε με καθαρό μυαλό και χωρίς εξαρτήσεις ή αγκυλώσεις κάθε είδους.

‒ Κύριε καθηγητά, θα θέλατε να βάλετε ένα επίμετρο στη συζήτησή μας;

Ευχαρίστως θα το κάνω λέγοντάς σας τούτο: στην Ελλάδα χρειαζόμαστε μια καλή ανάγνωση και μια καλύτερη γνώση της Ιστορίας μας. Η ταυτότητά μας βασίζεται εν πολλοίς στην Ιστορία μας. Έχουμε ένα πλούσιο παρελθόν, είμαστε ένα Έθνος-Κράτος που προέκυψε από μια επανάσταση και πρέπει να είμαστε υπερήφανοι για όλα αυτά. Από την άλλη, όμως, χρειάζεται όλα να τα δούμε ξανά και ξανά. Να τα κατανοήσουμε, να τα αναλύσουμε περισσότερο, ούτως ώστε να ξέρουμε τι ακριβώς είμαστε. Μακριά από φανατισμούς και μύθους. Με απόλυτη ειλικρίνεια. Η γνώση της Ιστορίας είναι αυτογνωσία.

 

Κείμενα: Παναγιώτης Σπανός
Φωτογραφία: Τίμος Σταμάτης
 
 

team