Culture


 

 

Theater


Μιχάλης Βιολάρης: Γιατί να μην πω ένα τραγούδι σε τούρκικο στίχο;

 

Ο Μιχάλης Βιολάρης μιλάει για μουσική και όχι μόνο στον Alma Radio

 

Το ραντεβού μας ήταν απόγευμα Παρασκευής και η συνέντευξη τηλεφωνική σε ανοικτή ακρόαση. Ακριβώς στις 7 σήκωσα το ακουστικό κι από την άλλη μεριά της γραμμής άκουσα την γνώριμη, χαρακτηριστική κι αγαπημένη φωνή του. Άμεσος, ειλικρινής, προσιτός, απάντησε σε όλες μου τις ερωτήσεις χωρίς ούτε μια «διπλωματική» απάντηση. Κυρίες και κύριοι, ο Μιχάλης Βιολάρης!

Violaris 7Γνωρίζουμε ότι εμφανιστήκατε για πρώτη φορά στη δισκογραφία το 1966 μαζί με την Μαρία Ζάραγκα. Ερμηνεύσατε τραγούδια που δεν γνωρίζουν πολλοί, σε 45ρια, στην μικρή εταιρεία ΝΙΚΟΦΩΝ… όπως το «βγες απ’ τον δρόμο μου». Σήμερα, αν ρωτήσουμε τους περισσοτέρους ακροατές, θα πουν πως ο Μιχάλης Βιολάρης συνδέεται με το «Νέο Κύμα»… ισχύει κάτι τέτοιο και γιατί;

Η ηχογράφηση σ’ αυτή την μικρή εταιρεία ήταν το ψάξιμο που κάνει ο καθένας για να βρει τον δρόμο του. Ως φοιτητής του Εθνικού Ωδείου,  πρώτα Λάρνακας και μετά Αθηνών, έψαχνα να πω και, κυρίως, να γράψω κάποια τραγούδια. Βρέθηκε αυτή η Εταιρεία και μου πρόσφερε την ευκαιρία να τραγουδήσω. Στο βάθος του χρόνου.. δεν θυμάμαι αν ήταν δικά μου αυτά τα τραγούδια, νομίζω ότι τα έγραψα εγώ και τα τραγουδούσαμε με τη Μαρία Ζάραγκα. 

Γράψαμε λοιπόν δυο τρία τραγούδια και, ακολούθως, έπρεπε να γράψω κάποια σε κυπριακή ντοπιολαλιά αλλά, μια εταιρεία στην Ελλάδα, δεν ήταν εύκολο, τότε, να ηχογραφήσει ένα κυπριακό τραγούδι. Μαζί, λοιπόν, με τον στιχουργό και συνάδελφο στη Φιλοσοφική, Ανδρέα Γρηγορίου, είπαμε να κάνουμε μια δική μας εταιρεία… με το νεανικό μας θράσος… και την ονομάσαμε VIOLAPHONE, από το βιολί, από το επίθετό μου. Ξεκινήσαμε, στην εταιρεία μας, να γράφουμε τραγούδια σε κυπριακή διάλεκτο και πρώτη τραγούδησε η Σούλη Σαμπάχ…

…από το Πολέμι της Κύπρου…

...ναι, ναι… η ηθοποιός και τραγουδίστρια...

…να πω την αλήθεια, ήταν η δεύτερη ερώτηση που ήθελα να σας κάνω γιατί βρήκα και το κόστος... 10.000 δραχμές! αφού λοιπόν καλύψατε, με την απάντησή σας και την δεύτερη ερώτησή μου σχετικά με την VIOLAPHONE, να πω ότι σύμφωνα με το βιογραφικό σας, το οποίο διάβασα με μεγάλη προσοχή, αυτές οι 10.000 δραχμές έφτασαν μόνο για ένα τραγούδι στο 45ρι δισκάκι και στο πίσω μέρος βάλατε μουσική. Είναι αλήθεια αυτό;

Από τη βιασύνη μας να γράψουμε ένα μικρό δισκάκι, δεν περιμέναμε να μας έρθει η έμπνευση να γράψει ο συνάδελφος τους στίχους κι εγώ να μελοποιήσω… θέλαμε το τραγούδι να βγει αμέσως...

… να σας ρωτήσω, λοιπόν, κάτι σχετικό με αυτό… έχετε γράψει και τραγουδήσει κυπριακά τραγούδια. Δώσατε και σε άλλον τραγουδιστή να πει κυπριακά τραγούδια για να πάρει μέρος σε κάποιο φεστιβάλ ;

Για φεστιβάλ δεν έγραψα τραγούδια, όμως, το «έλα να σμίξουμε τα δκυό» και το «αρκείς τζιαί πέθανα» τα είπε ο Νίκος Ξανθόπουλος γιατί του άρεσαν τα κυπριακά τραγούδια, ήταν φίλος μου και ήθελε να με βοηθήσει. Δεν υπήρξε όμως λόγος να πάνε σε φεστιβάλ. Στο utube μπορείτε να τα βρείτε με την ερμηνεία του Νίκου Ξανθόπουλου. Στο Spring Festival of Israel η Σούλη Σαμπάχ είχε τραγουδήσει το «ούλα χαλάλιν σου». Δεν ήταν διαγωνισμός σε φεστιβάλ αλλά, σε κάθε περίπτωση, ήταν διαφήμιση και προβολή για το τραγούδι.

Violaris 1Αρχίσατε, όμως, την σπουδαία καρριέρα σας το 1967 με την συμμετοχή σας σ’ ένα μελοποιημένο ποίημα του Σωτήρη Σκίππη. Το αγαπημένο «άσπρα καράβια τα όνειρά μας» που συμπεριέλαβε ο Γιάννης Σπανός στην πρώτη Ανθολογία του. Από την εμπειρία σας, θεωρείτε ότι η ποίηση γίνεται περισσότερο «εύπεπτη» όταν μελοποιηθεί, γιατί ευρύτερα γνωστή γίνεται σίγουρα.

Μετά τις πρώτες εμπειρίες, για να νοιώσουμε πώς γίνονται τα τραγούδια σ’ αυτές τις δύο πρώτες εταιρείες, ξαφνικά… είμαι στη μουσική σκηνή «Πεπίτο», στην Πλατεία Βικτωρίας, και την διεύθυνση του χώρου είχαν ο Δημήτρης Νικολαΐδης και η Σούλη Σαμπάχ.. Αφού γνωριστήκαμε με την κα. Σαμπάχ, έπιασα δουλειά λέγοντας μερικά τραγούδια και παίζοντας πιάνο. Η αμοιβή μας, τότε, ήταν μια μπριζόλα και μια σαλάτα… και ήταν πολύ αξιόλογο αυτό γιατί όταν ήμασταν φοιτητές δεν ήταν εύκολο να φάμε μοσχαρίσια μπριζόλα επειδή ήταν πολύ ακριβή. Μια – δυό φορές την εβδομάδα, που ήμουν εκεί, παραγγέλναμε ό,τι θέλαμε.

Εκεί, γνωρίστηκα τον ηθοποιό – σκηνοθέτη Αντώνη Αντωνίου που ήταν Κύπριος εξ Αιγύπτου. Μου λέει, λοιπόν, ο Αντώνης:

- Όπως σε βλέπω, μάλλον κάνεις για μπουάτ στην Πλάκα. Θέλεις να πάμε ένα βράδυ να δούμε τι γίνεται;

Ξεκινάμε και πάμε στην Πλάκα.. γυρίζουμε σε κάποιες μπουάτ και καταλήξαμε στην «Παράγκα» που είχε ξεκινήσει με την Χωματά και τον Μαυρομμάτη… γύρω στις αρχές του 1966… εγώ πάντως πήγα στις αρχές του 1967.

Εκεί, λοιπόν, είπε ο Αντωνίου στον Μαυρομμάτη, που ήταν ηθοποιός κι αυτός:

- Ο νεαρός τραγουδάει, είναι στη Σούλη Σαμπάχ, θα μπορούσατε να τον ακούσετε… να πει δυό τραγούδια….

Πραγματικά, είπα δυό τραγούδια κι ο Μαυρομμάτης με προσέλαβε. Μια φορά την εβδομάδα πήγαινα στην «Παράγκα» και τις άλλες στο «Πεπίτο» της Σούλης Σαμπάχ. Η μια φορά έγινε δύο, άρεσε αυτό και μετά έγινε κάθε μέρα.  Αυτή ήταν η πιο ουσιαστική, η πιο επαγγελματική, θα μπορούσα να πω, επαφή που άρχισε να γίνεται…

 

…το εφαλτήριο, δηλαδή, για την καριέρα σας…

…ναι, ναι. Στη Σούλη Σαμπάχ ήταν περισσότερο ένα μάζεμα ηθοποιών, εκεί γνώρισα πάρα πολλούς ηθοποιούς, συναδέλφους του Δημήτρη Νικολαΐδη και της Σούλης Σαμπάχ, τραγουδούσα.. έπαιζα λίγο πιάνο… άγνωστος μεταξύ αγνώστων, όμως ήταν ωραία, ήταν ένα βάπτισμα του πυρός.

 

"Το κοινό που έχει επίπεδο, αναγνωρίζει την ποίηση"

 

Να επανέλθω, λοιπόν, στο δεύτερο σκέλος της ερώτησής μου… θεωρείτε ότι η ποίηση γίνεται περισσότερο «εύπεπτη» όταν μελοποιηθεί;

Να σας πω.. πράγματι, στην «Παράγκα», ερχόταν ο Γιάννης Σπανός που συνεργαζόταν με την Καίτη Χωματά. Μου είπε:

- Δεν έρχεσαι να πάρεις μέρος στην ηχογράφηση για το «άσπρα καράβια τα όνειρά μας»; Μ’ αρέσει η φωνή σου!

Οπότε, η πρώτη μου συμμετοχή ήταν στο «άσπρα καράβια τα όνειρά μας», όπως ορθώς το είπατε. Όσο για το αν ένα μελοποιημένο ποίημα γίνεται περισσότερο γνωστό στο κοινό, θέλω να πω ότι είχε προηγηθεί το «Άξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη και διάφορα έργα όπως του Ρίτσου που είχε μελοποιήσει ο Μίκης Θεοδωράκης.

Αυτά τα ποιήματα, επομένως, αυτά τα τραγούδια που πρώτος ο Θεοδωράκης μαζί με τον Χατζηδάκι μελοποίησαν, αλλά κυρίως ο Θεοδωράκης μελοποίησε έργα που γνωρίζαμε ως ποιήματα και τα είχαμε πάντα στη βιβλιοθήκη μας, ξαφνικά με μια καλή μουσική επένδυση ένα καλό ποίημα αναδεικνύεται. Δεν ξέρω αν θυμάστε την ιστορία ενός εργάτη που δούλευε σε μια πολυκατοικία και, πάνω στη σκαλωσιά, τραγουδούσε Οδυσσέα Ελύτη σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη χωρίς να ξέρει ότι το «ένα το χελιδόνι» είναι ποίηση του Ελύτη…

Violaris 6… το ίδιο έγινε και για το «Θαλασσινό Τριφύλλι». Δεν γνωρίζουν τον ποιητή αλλά ενδιαφέρονται περισσότερο για τη μουσική…

…όχι, δεν είναι ακριβώς έτσι. Είμαι σ’ αυτή τη δουλειά σχεδόν 50 χρόνια. Πρέπει να πω ότι αποτεινόμεθα σε ψυχαγωγικούς χώρους κι όταν τραγουδάμε, σε τέτοιους χώρους, το κοινό… είναι κοινό ενός επιπέδου. Πιστεύω ότι αναγνωρίζει την ποίηση σε αντίθεση με την διασκέδαση που υπάρχει στα, λεγόμενα, μπουζούκια όπου εκεί δεν περιμένεις ν’ ακούσεις Ελύτη ή Ρίτσο ή Γκάτσο.. Δεν περιμένεις από το κοινό αυτό να ξέρει ότι αυτά τα τραγούδια είναι ποιήματα. Άλλωστε, δεν νομίζω ότι στα μπουζούκια ακούμε μελοποιημένη ποίηση.

Στους χώρους που τραγούδησα μέχρι σήμερα, μικρούς χώρους…  λέγοντας τα τραγούδια αυτά… ξεκίνησα με Κώστα Γεωργουσόπουλο. Ο «Χαρίλαος απ’ τ’ άσπρα χώματα»… είχα την ευτυχία να μου το γράψει ο Γεωργουσόπουλος,  μετά να πω Σώτια Τσώτου, να πω τραγούδια του Λίνου Κόκκοτου, ποιητές όπως ο Λίνος ο Βεργόπουλος .. το «τούτο το πρωί», αργότερα τα «Ρω του έρωτα» του Ελύτη.. Μίμη Πλέσσα «αν βουληθώ να σ’ αρνηθώ» κ.λπ..

Θέλω, λοιπόν, να πω ότι μ’ αυτή όλη τη δύναμη των τραγουδιών που είχα ξεκινήσει, δεν ήταν εύκολο να τα μεταφέρω σε τεράστιους χώρους γιατί υπάρχει διαφορά από κοινό σε κοινό. Στο κοινό μας, μέχρι και σήμερα που πάμε –κατά καιρούς- στην «Απανεμιά», βλέπουμε μια νέα γενιά από φοιτητές, ανθρώπους που οι γονείς τους έρχονταν στις μπουάτ. Διαπιστώνουμε ότι υπάρχει μια «συγγένεια», αποτεινόμαστε σ’ ένα σκεπτόμενο κοινό που γνωρίζει τι έρχεται ν’ ακούσει. Δεν έρχεται έτσι τυχαία…

 

"Ο στίχος πρέπει να λέει την αλήθεια αυτού που τον έγραψε"

 

Πάντα είχα μια απορία σχετικά μ’ εκείνη την εποχή και θα ήθελα να σας ρωτήσω. Η δική σας φωνή και η δική σας ερμηνεία συνδέθηκαν με τραγούδια κυπριακά ή με κυπριακούς στίχους. Τα κάνατε γνωστά και αγαπητά σε όλους μας. Γιατί συνέβη αυτό μ’ εσάς και γιατί δεν έγινε το ίδιο με άλλους Κύπριους ερμηνευτές που έκαναν καριέρα στην Ελλάδα; Όταν ακούμε κυπριακά τραγούδια, στο μυαλό μας έρχεστε μόνον εσείς.

Όπως λέει ο κόσμος και, όπως νομίζω κι εγώ, μάλλον ήμουν ο πρώτος που έφερε το κυπριακό τραγούδι στον ελλαδικό χώρο. Συνεργάστηκα με τον πρώτο διδάξαντα, τον Αχιλλέα Λυμπουρίδη, ο οποίος όμως κατοικούσε στην Κύπρο αλλά ερχόταν στην Αθήνα για να γράψει στην Columbia τα τραγούδια του. Εκείνη την εποχή, του είπαν ότι υπήρχε ένας Κύπριος τραγουδιστής που γράφει και τραγούδια. Βρεθήκαμε … και μετά συμμετείχα σ’ ένα τραγούδι του, την «Δροσούλα», σε στίχους του Κώστα Μόντη του μεγάλου Κύπριου ποιητή μας, που αργότερα μελοποίησα ποιήματά του.

Ο Αχιλλέας Λυμπουρίδης προηγήθηκε με το «έλα κορούνα μου», με «τα μαύρα σου τα μάτια», κ.λπ.. Αν, όμως, κάποιος πήγαινε σ’ ένα κατάστημα δίσκων στην Ομόνοια και ρωτούσε αν υπάρχει κάποιο κυπριακό τραγούδι, του έλεγαν ότι υπάρχει αλλά έχει να πουληθεί πολύ καιρό. Έμαθα, λοιπόν, ότι ήρθε το κυπριακό τραγούδι εδώ, αλλά δεν είχε βρεθεί κάποιος να μένει στην Ελλάδα και να το προωθήσει. Ο Λυμπουρίδης ερχόταν.. έγραφε 5 δίσκους.. ήταν «μουσειακό στοιχείο», δεν ήταν λειτουργικό. Σας απαντώ, ειλικρινά, ότι ήμουν ο δεύτερος. Προηγήθηκε ο Αχιλλέας Λυμπουρίδης. Λένε, όμως, για μένα επειδή το 1965 έγραψα τον «Σκάπουλο» και το «Ούλα χαλάλιν σου»... ήμουν 23 χρονών το 1965 … και άλλα 2 – 3 πρωτόλεια τραγούδια και ήταν αυτά που γράφτηκαν στη VIOLAPHONΕ. Πήγα, λοιπόν, στη Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού κι εκεί βρήκα κάποιον που έκανε μια εκπομπή και έβαζε και διαφημίσεις. Τον ρώτησα αν μπορούσε να παίξει και κανένα δικό μου, μου απάντησε θετικά αρκεί να πλήρωνα 2 δραχμές για κάθε φορά που ακουγόταν το τραγούδι μου. Κάθε εβδομάδα του έδινα 4 δραχμές, αν έπαιζε δύο τραγούδια. Αφού βγήκαν τα τραγούδια πάμε στα δισκοπωλεία, δίνουμε τους δίσκους και, με την διαφήμιση αυτή από την Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού, άρχισαν να γίνονται γνωστά.

Το 1967 με το που αρχίζω και τα τραγουδώ, στη μπουάτ «Παράγκα», με ρωτούσαν πού υπάρχουν αυτά τα τραγούδια και τους απαντούσα ότι θα τα βρουν στο… τάδε δισκοπωλείο. Μετά το «άσπρα καράβια τα όνειρά μας» χρειάστηκε να κάνω προσωπικό δίσκο στη LYRA, οπότε ξεκίνησα να βάζω τα τραγούδια μου στους μεγάλους δίσκους της εταιρείας. Γι’ αυτό οι περισσότεροι ξέρουν εμένα. Μετά τον Αχιλλέα Λυμπουρίδη ήμουν ο πρώτος που βρισκόμουν στην Αθήνα κι άρχισα να τα τραγουδάω, να τα προωθώ με τον τρόπο μου. Δεν υπήρχαν τα σημερινά μέσα, ούτε τηλεόραση. Τα τραγούδια έγιναν γνωστά και, μέχρι σήμερα, μετά τα «ριάλια» και την «Τηλλυρκώτισσα», στα διάφορα μαγαζιά πάντα ακούγονται αυτά τα τραγούδια.

Violaris 2Συνεργαστήκατε, θα μου επιτρέψετε να πω…, με την «αφρόκρεμα» των Ελλήνων συνθετών και 35 – 45 χρόνια μετά, οι νέοι γνωρίζουν τα τραγούδια σας, όπως είπατε, και τα σιγοτραγουδούν σε κάθε περίπτωση. Ποιο, θεωρείτε, ότι είναι το συστατικό ενός τραγουδιού για να το αγαπούν οι σημερινοί νέοι με τα διαφορετικά ή ξενόφερτα ακούσματα;

Μια ένδειξη ότι ακούγονται τα τραγούδια είναι οι χώροι που τραγουδάμε. Πάμε, επίσης, στην Κύπρο και σε διάφορες άλλες χώρες, οπότε είναι έντονη η παρουσία των τραγουδιών όπου υπάρχει ελληνισμός. Μια άλλη ένδειξη ότι ακούγονται αυτά τα τραγούδια είναι, εδώ και μερικά χρόνια, το internet, είναι το utube.  Για παράδειγμα, για τα «ριάλια» αν γράψει κανείς «ριάλια–Βιολάρης» υπάρχουν κάποια εκατομμύρια «like», εκατομμύρια δείγματα και ακούσματα και επειδή το you tube το χειρίζονται κυρίως νέοι άνθρωποι, σημαίνει ότι αυτά τα εκατομμύρια «κτυπήματα» είναι μια ένδειξη ότι τα τραγούδια ακούγονται και είναι, επίσης, οπτικοποιημένα.

Θέλω, επιπλέον, να πω για το ποιος είναι ο λόγος που ασχολούνται τα νέα παιδιά. Αν ο χρόνος, σου κρατήσει ένα τραγούδι πρέπει να θεωρείσαι ευτυχής γιατί ο χρόνος δεν έχει κομματική χροιά, ο χρόνος δεν «λαδώνεται», ο χρόνος είναι ένα δύσκολο φαινόμενο διότι κρατά μόνον ό,τι θέλει εκείνος… δηλαδή δεν μπορεί να τον πάρει κάποιος τηλέφωνο και να του πεί: «κράτησέ μου κι εμένα ένα τραγούδι».. όσα εκατομμύρια και να έχει. Συμβολικά, θέλω να πω μ’ αυτό, ότι δεν γνωρίζουμε ποια είναι τα συστατικά εκείνα που παίρνει ο χρόνος και κρατάει, μέσα του, ένα τραγούδι. Δεν μπορούμε να το ξέρουμε γιατί, αν το ξέραμε, θα γράφαμε όλοι τραγούδια να τα κρατάει ο χρόνος και να τα αναπαράγει λες κι είναι καινούρια. Πενήντα, λοιπόν, χρόνια που γράφω και ασχολούμαι μ’ αυτά τα τραγούδια, είμαι ευτυχής που όπου και να πάω θα πω το «χαλάλιν σου», το «έλα να σμίξουμε τα δκυό»… Εκείνο που μπορώ να πω για την διαχρονικότητα ενός τραγουδιού είναι ότι πρέπει να υπάρχει ένα στοιχείο του στίχου που ν’ αγγίζει τον κόσμο. Τι να έχει δηλαδή; Πρέπει ο στίχος του να είναι καθολικός, δηλαδή αυτά που λέει να τα λέει με την αλήθεια εκείνου που το έγραψε. Ο στιχουργός, επομένως, καταφεύγει στην αλήθεια του.. δηλαδή, φαίνεται αν ένας στιχουργός γράφει μόνο για να πάρει λεφτά.. γράφει ένα σουξεδάκι, έχει κάτι σλόγκαν μέσα. Αυτά που κρατάει ο χρόνος, σε στίχο, είναι τα άδολα τραγούδια, δεν έχουν καμμιά σχέση με το χρήμα, δηλαδή το κάνω για να πάρω χρήματα.. έχουν σχέση με την ποιότητα του στίχου, εκφράζει την ψυχική διάθεση του στιχουργού και ο συνθέτης την αποτυπώνει με την μελωδία. Πάμε, λοιπόν, στη δουλειά της μελωδίας. Παίρνεις τον στίχο, γράφεις την μελωδία για σένα, δηλαδή ο μελωδός γράφει, συνεργαζόμενος, με το δημιούργημα του στιχουργού και βγαίνει ένα τραγούδι και, μετά, πάμε στα όργανα, στην έκφραση, σ’ αυτόν που το τραγουδάει. Όλοι αυτοί μαζί, εάν καταθέτουν την αλήθεια τους, χωρίς να έχουν βλέψεις να πουλήσουν 12 τραγούδια μόνο για τα χρήματα, τότε νομίζω ότι ορισμένα τραγούδια, αν όχι όλα, από κάθε δίσκο είναι ικανά ν’ αντέξουν στον χρόνο αλλά, όπως είπαμε, δεν γνωρίζουμε την συνταγή και γιατί ένα τραγούδι το φυλάει ο χρόνος ως κόρην οφθαλμού και στο αναπαράγει μετά από 50 χρόνια σαν να το έγραψες εχθές. Νομίζω, όμως, ότι η σχέση με τον κόσμο πρέπει να είναι άδολη και ειλικρινής για να κρατηθεί ένα τραγούδι.

 

"Μιχαλιό, πες το με τη δική σου ψυχή"

 

Να σας πάω, λοιπόν, μια βόλτα στο σινεμά γιατί τουλάχιστον μια από τις δουλειές σας την αγαπώ ιδιαίτερα. Θα μου επιτρέψετε να κάνω μια προσωπική παρατήρηση για την δουλειά σας που δεν περιέχει τραγούδια για συναυλία, δεν ακούγεται ευρέως και είναι περισσότερο γνωστή στους λάτρεις του κινηματογράφου. Ο Μίμης Πλέσσας, σας εμπιστεύθηκε να «χρωματίσετε» με την φωνή σας, τον αγώνα των κολλήγων στις αρχές του 20ου αιώνα. «Αστραπόγιαννος», στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Νομίζω ότι το όργωμα, που κάνει ο Αστραπόγιαννος, στα θεσσαλικά χώματα δεν θα είχε την ίδια ένταση χωρίς το δικό σας ηχόχρωμα στο «τραγούδι του κάμπου». Αυτή είναι η δική μου εντύπωση βλέποντας την ταινία. Ποια ήταν τα συναισθήματά σας όταν «δανείσατε» την φωνή σας για το σάουντρακτ της ταινίας;

Κατ’ αρχήν, μπαίνοντας στο στούντιο, δεν γνώριζα ούτε τον Νίκο Κούρκουλο ούτε είχα δει αυτή την σκηνή. Μάλλον την είχε δει ο Μίμης Πλέσσας, ο οποίος εκλήθη να βάλει την μουσική. Νομίζω ότι το συνταρακτικό είναι ο Πλέσσας που πρώτος είδε το σενάριο κι έρχεται και μου λέει:

Είναι μια σκηνή συνταρακτική. Τον ρωτάω..

Πώς να το πω κύριε Πλέσσα; και μου απαντάει…

Μιχαλιό, πες το με την δική σου ψυχή. Δεν μπορώ να σου πω τίποτα, πάντως είναι κραυγή μιας αδικίας, ανθρώπων αδικημένων που δουλεύουν και δεν πληρώνονται, δεν μπορούν να επιβιώσουν κι ένας εκπρόσωπός τους, συμβολικά, μ’ αυτόν τον στίχο και την μελωδία μου, εκφράζει την αγανάκτησή του έναντι του κατεστημένου…

 … Σωστό! Αυτή η σκηνή έχει χαραχθεί στη μνήμη μου… ένα «δέσιμο» της μουσικής και της φωνής σας με την σκηνή του οργώματος...

… Όμως, ο Πλέσσας μου είπε αυτά τα λόγια. Εγώ, λοιπόν, διάβασα τους στίχους και όταν τον ρώτησα πώς να το πω, αν έχει κάποια ειδική άποψη, αμέσως ο έμπειρος Πλέσσας μου απάντησε να πω το τραγούδι με την δική μου ψυχή κι εγώ το είπα όπως ακούγεται στην ταινία. Όταν μετά είδα τις σκηνές αυτές «δεμένες» με την μουσική και το τραγούδι, πραγματικά, κατάλαβα ότι έτσι έπρεπε να το πω!

Violaris 3Δεν θα ήταν ορθό να σας ζητήσω να μου πείτε αν ξεχωρίζετε κάποιο τραγούδι σας γιατί είναι όλα «παιδιά» σας και τα αγαπάτε το ίδιο. Θα σας ζητήσω όμως να μου πείτε ποια ταινία αγαπήσατε περισσότερο, γιατί δεν ερμηνεύσατε τραγούδια μόνο στον «Αστραπόγιαννο», ερμηνεύσατε τραγούδια και σε ασπρόμαυρες και σε έγχρωμες ταινίες. Ποιο λοιπόν τραγούδι και ποια ταινία ξεχωρίζετε;

Να σας πω… το τραγούδι το ξεκίνησα το 1967 και το καλοκαίρι του 1969 είχαμε κληθεί να πάμε στη Νάξο, όπου είναι η πατρίδα της Καίτης Χωματά. Σε σενάριο Ιάκωβου Καμπανέλλη και μουσική Γιάννη Σπανού γυρίστημε το «Σκιές στην άμμο». Στην ταινία έπρεπε να λέμε και δυό λόγια χωρίς, βέβαια, να έχουν απαιτήσεις όσοι αποτελούσαν την ομάδα παραγωγής. Πήγαμε, συμμετείχαμε στην ταινία και νομίζω ότι το «μαυρομαλλούσα κοπελλιά», το «βάρκα χωρίς πανιά», ο «Οδυσσέας» και άλλα τραγούδια από αυτό το έργο, αποτέλεσαν έναν μεγάλο δίσκο, το «Σκιές στην άμμο». Θεωρώ ότι αυτά είναι ξεχωριστά τραγούδια και, βέβαια, πρέπει να πω για το «αν βουληθώ να σ’ αρνηθώ» που ακούστηκε στο «Νησί της Αφροδίτης», πάλι με μουσική του Μίμη Πλέσσα.. συνταρακτικό τραγούδι!! Όλα είναι μαγικά τραγούδια..

 

 

"Καλώς έπραξαν και αποσύρθηκαν κάποιοι συνθέτες"

Σπουδαίοι καλλιτέχνες, κυρίως συνθέτες, έχουν αποσυρθεί οικειοθελώς από το προσκήνιο λόγω της πανομοιότυπης «βιομηχανοποίησης» των τραγουδιών, των κατευθυνόμενων play lists από τις μουσικές εταιρείες και όχι μόνο. Πιστεύετε ότι η απόφασή τους είναι ορθή ή στερούν από το κοινό την ευκαιρία ν’ ακούσει κάτι διαφορετικό;

Νομίζω ότι είναι σωστή η κίνησή τους γιατί όταν γίνεται όλη αυτή η αδικία, οι play lists για παράδειγμα, κι επειδή το τραγούδι πήρε μια άλλη μορφή κι έγινε της μιας χρήσης και δεν ακολουθεί τη ζωή, καλά έκαναν. Πριν, το τραγούδι το ευχαριστιόμασταν, γινόταν πάνω σ’ εμάς, έπαιρνε από εμάς, από τον «σωματότυπό» μας… σήμερα αυτό δεν υπάρχει. Το ίδιο συμβαίνει με τα παπούτσια, με την ένδυση, όλα είναι ίδια. Ακολούθησε, λοιπόν, την εποχή της ταχύτητας, ακολούθησε μαζί με την παγκοσμιοποίηση και η νοοτροπία του να κάνουμε ένα πρόχειρο πράγμα, να δούμε αν μας ταιριάζει για να το πάρουμε. Πρέπει εκείνο να ταιριάζει.. κι όχι εμείς να ταιριάζουμε σ’ αυτό ή να το κάνουμε να ταιριάζει σ’ εμάς…

… θεωρείτε, επομένως, ότι καλώς αποσύρθηκαν…

Όταν μπήκαμε σ’ αυτή τη φάση, γιατί ο ωραίος συνθέτης να προσαρμοστεί σ’ αυτή την fast food κατάσταση; Αυτό το fast food το κάνουν άλλοι πολύ καλά, θέλουν να βγάζουν χρήματα από έναν δίσκο. Μάλιστα, το φαινόμενο παρατηρήθηκε έντονα όταν ένας μεγάλος τραγουδιστής ήθελε να κάνει έναν δίσκο και του λέει ο τάδε συνθέτης, που τον γνωρίζουμε, ότι θέλει 50.000.000 δραχμές. Ο συνθέτης του τα δίνει, κάνει τον δίσκο, βάζουνε τους στίχους, βάζουνε τα έξοδα του συνθέτη, του τραγουδιστή… βγαίνει το βινύλλιο κι επειδή είναι τραγούδια της κατανάλωσης, της μιας σαιζόν, ακούγονται στο μαγαζί που είναι ο τραγουδιστής, βγαίνει κανένα σουξεδάκι, με αντοχή πέντε έξι μηνών, παίρνει ο τραγουδιστής τα χρήματά του και πάμε για τον δεύτερο δίσκο, άλλα 50.000.000…  Υπάρχουν συνθέτες που θέλουν να γράψουν κάποιο τραγούδι, γίνεται αυτή η συναλλαγή αλλά αν ψάξετε αυτό το τραγούδι… υπάρχουν κάτι μαγαζιά στο Θησείο που πουλάνε παλιά βινύλλια, αν βρείτε κανένα βινύλλιο από τα δικά μας, δηλαδή μεγάλους δίσκους από τους δικούς μας.. έχω πάει κι έχω αναζητήσει τα δικά μου ή αν βρείτε Ξαρχάκο ή κανένα κλασσικό συλλεκτικό βινύλλιο... κοστίζουν 60, 70 ή 80 € μπορεί και 150 € αν είναι ένας σπάνιος δίσκος του Ξαρχάκου, με καλούς τραγουδιστές και στίχο του Γκάτσου, κλπ.. Αν πάμε να πάρουμε από αυτά τα τραγούδια, που σας είπα πριν, της μιας χρήσεως, θα μου δώσουν 2 – 3 με 5 €, μιλάμε γι’ αυτή την διαφορά. 

 

"Στις μπουάτ δεν θ’ ακούσεις τραγούδια μιας χρήσεως"

 

Violaris 5Είναι ορθό να γίνεται διαχωρισμός και να μπαίνουν «ταμπέλες» στα τραγούδια; Μήπως κάθε μελωδία που αγγίζει την καρδιά των ακροατών και παραμένει στα χείλη όλων, επί χρόνια, εμπεριέχει απλώς την Τέχνη και ό,τι διαλύεται και ξεχνιέται ήταν απλώς άτεχνο;

Κοιτάξτε… τα τραγούδια δεν τα ξεχωρίζω σε έντεχνα και άτεχνα. Απλώς, εμείς, στις μπουάτ επιλέξαμε και είπαμε, για 50 χρόνια, από την μεγάλη παραγωγή των τραγουδιών όσα θεωρήσαμε καλά τραγούδια και, για να συμπληρώσουμε ένα πρόγραμμα που διαρκούσε έξι ημέρες την εβδομάδα, έπρεπε να λέμε και τραγούδια άλλων συνθετών. Πήραμε λοιπόν το καλό ελληνικό τραγούδι, το βάλαμε στις μπουάτ αλλά το βάλαμε και στο σπίτι μας, στις παρέες μας. Φανταστείτε μια μπουάτ 50 – 60 ατόμων να γεμίζει, είναι αυτό το κίνημα που κρατάει μέχρι σήμερα. Δηλαδή, σ’ αυτό το αποτέλεσμα των προσπαθειών –μικρών σε ηλικία τραγουδιστών και τραγουδιστριών- στηρίχθηκε αυτό το κίνημα. Αν σήμερα πάμε στο utube και ανακαλέσουμε στη μνήμη μας τραγούδια του Λάκη Παππά, του Κώστα Χατζή, της Καίτης Χωματά, του Νίκου Χουλιαρά, της Ρένας Κουμιώτη, του Γιάννη Πουλόπουλου και όλων αυτών που υπήρξαν πρωτεργάτες των μικρών χώρων, όπως των μπουάτ, είναι μεγάλη ιστορία αυτό. Αν πάμε στην Πλάκα και δούμε αυτούς τους μικρούς χώρους, το «Τετράδιο», την «Απανεμιά», την «Παράγκα», ο «Τιπούκειτος» που παλιά δεν λεγόταν μπουάτ αλλά μουσικό καφενείο… αν ανατρέξουμε λοιπόν από τον «Τιπούκειτο» ως την «Απανεμιά», που δημιουργήθηκε το 1964, σ’ όλους αυτούς τους χώρους ο κάθε τραγουδιστής αναλάμβανε την ευθύνη και επέλεγε καλά τραγούδια. Κανένας ιδιοκτήτης μαγαζιού δεν του έλεγε τι θα τραγουδήσει. Θυμάμαι τότε η Καίτη Χωματά ερμήνευε το «πάλιωσε το σακκάκι μου» που το έλεγε πολύ ωραία, διασκευασμένο με κιθάρα, και ο Λάκης Παππάς. Τότε, μπορεί να έλεγες Τσιτσάνη, Παπαϊωάννου και μετά Χατζιδάκι και Θεοδωράκη και, μετά, ένα δικό μου. Γι’ αυτό νομίζω ότι δεν υπάρχει κακό και καλό τραγούδι, υπάρχει μια μουσική και, με το αισθητήριο και την εμπειρία του κάθε τραγουδιστή, επιλέγονται τα τραγούδια. Δεν είναι εύκολο να επιλέξει να πει, στη μπουάτ, ένα τραγούδι της μιας χρήσης. Δεν νομίζω να καταδέχεται κανένας να πει ένα τραγουδάκι που δημιουργήθηκε μόνο για να βγάλουν χρήματα η εταιρεία, ο καλλιτέχνης και οι πέριξ αυτών..  Δεν το έχουμε κάνει ποτέ, όχι ότι είναι κακά τραγούδια αλλά είναι τραγούδια που απευθύνονται σ’  ένα άλλο κοινό.

Δυό λέξεις που, λόγω οικονομικής κρίσης, έχουν αποκτήσει άλλο νόημα… με ένα και μόνο ερώτημα: σήμερα γίνονται ποιοτικές «εκπτώσεις» προκειμένου οι καλλιτέχνες να «πουλήσουν» τα τραγούδια τους για να επιβιώσουν; Εσείς, νομίζετε ότι είναι θεμιτή μια τέτοια δικαιολογία;

Υπάρχουν τραγουδιστές που κάνουν «εκπτώσεις», όχι μόνο στο τραγούδι αλλά και στην ζωή τους με δικαιολογία την οικονομική κρίση. Εντάξει, κάποιοι το ακολουθούν αυτό. Νομίζω ότι αν έχει κάποιος ανάγκη.. τι να κάνει .. θα πάει σε κάποιο μαγαζί που δεν του ταιριάζει μόνο και μόνο για να βγάλει ένα μεροκάματο και να επιβιώσει. Το έχουμε δει αυτό.. Υπάρχουν όμως και άλλοι, για παράδειγμα ο Λάκης Παππάς κι ο Γιώργος Ζωγράφος, που δεν καταδέχθηκαν να το κάνουν. Μετά την μεταπολίτευση, όταν κλήθηκαν να τραγουδήσουν σε μεγάλους χώρους, που δεν τους ταίριαζαν, έμειναν στο σπίτι τους αν και δεν είχαν χρήματα, όπως ο Λάκης Παππάς που δεν μπορούσε να ζήσει την οικογένειά του. Όταν τον ρωτούσαμε γιατί δεν πάει στο ..τάδε.. μαγαζί, μας έλεγε: Εντάξει, υπάρχει και η αξιοπρέπεια! Υπήρχαν κι άλλοι που δεν έδωσαν γην και ύδωρ για να μαζέψουνε χρήματα.. και πεινάσανε.. κάποιος αναγκάστηκε να πάει στο εξωτερικό, που δεν τον έβλεπε κανένας από εδώ, να πάει για κανένα μήνα, να πει μερικά τραγούδια σ’ έναν ωραίο χώρο και να έρθει πίσω φέρνοντας κάποια χρήματα στην οικογένειά του. Αυτοί ήταν οι άνθρωποι που έκαναν «αντίσταση» στις προτάσεις που τους έκαναν, τότε, και τους εκτιμήσαμε πάρα πολύ γι’ αυτή την στάση τους.

Από τις παλιές μικρές μπουάτ, λοιπόν, περάσαμε στα μεγάλα κέντρα και τις αρένες και πάλι επιστρέψαμε στις μικρές σκηνές και τα ολιγομελή σχήματα. Ευθύνεται η οικονομική δυσπραγία ή θεωρείτε ότι κάτι άλλο οδήγησε τους καλλιτέχνες να δημιουργήσουν μπάντες και παρεΐστικα σύνολα;

Είναι όλα μαζί. Αν σήμερα πάμε σ’ έναν χώρο που παίρνει περίπου 1000 άτομα, όπως ξεκίνησαν τα «Δειλινά», στην δική μας εποχή.. ενώ τα «Δειλινά», στην οδό Κέας, ήταν χωρητικότητας 300-400 ατόμων, για λόγους εμπορικούς, έγιναν τα «Νέα Δειλινά» στην παραλία που έπαιρναν 1000.. μπορεί και 1500.. άτομα. Εκεί, ο Μανώλης Μητσιάς έλεγε το «Ποτέ δεν θα μπω σ’ άλλο σώμα» κι ο κόσμος διασκέδαζε. Το ίδιο τραγούδι, το έλεγα κι εγώ σ’ ένα μικρό χώρο στην Κηφισιά. Κάποια στιγμή, ο Μανώλης μαθαίνει ότι έλεγα το τραγούδι του κι ήρθε, στον χώρο μου, με την παρέα του για να το ακούσει. Μου είπε ότι το λέω πολύ ωραία. Του απάντησα ότι η διαφορά ήταν ότι εκείνος το έλεγε στα «Δειλινά» μπροστά σε 1500 άτομα. Τώρα, είναι δυνατόν ένα τέτοιο φανταστικό τραγούδι να το πει κάποιος μπροστά σε 1500 άτομα, που οι περισσότεροι έχουν πιει 1-2 μπουκάλια ουΐσκυ και είναι σε απόσταση 200 μέτρων από τον τραγουδιστή; Δεν υπάρχει μέθεξη, δεν υπάρχει αυτό το πράγμα που θέλεις να δώσεις στο τραγούδι. Όταν, όμως, το πεις σε 50 ή 100 άτομα, το τραγούδι βρίσκει τον δρόμο του, βρίσκει το ακροατήριό του. Σήμερα, επομένως, όταν αυτοί οι εμπορικοί χώροι είναι τόσο μεγάλοι, πέστε μου εσείς πώς είναι δυνατόν όταν κάποιος βρίσκεται πίσω, στην χιλιοστή καρέκλα, ή στο μπαρ ν’ ακούσει ένα τραγούδι και να το νοιώσει; Δεν είναι προτιμότερο να το ακούσει στο σπίτι του ή να μπει στο διαδίκτυο ή, τέλος πάντων, να το ακούσει στο κασετόφωνό του; Άρα λοιπόν, δεν είναι μόνον η οικονομική ανάγκη που έκανε απαραίτητους τους μικρούς χώρους, ήταν και η μη λειτουργικότητα των μεγάλων μαγαζιών για τους «ψαγμένους» ανθρώπους. Στο μεγάλο μαγαζί πάμε να κάνουμε χαβαλέ, να μην ακούμε τίποτε, να πιούμε ένα ουΐσκυ και να κουνιόμαστε δεξιά κι αριστερά. Δεν υπάρχει μέθεξη και επαφή με το άκουσμα του τραγουδιού. Υπάρχει μόνον ένα λίκνισμα, ο ήχος δυνατά, η κάπνα.. και όλα αυτά είναι μια άλλη διασκέδαση. Όταν όμως πούμε ότι πάμε ν’ ακούσουμε τραγούδια, τότε θα επιλέξουμε τους μικρούς χώρους κι, επομένως, κάποιος σήμερα επιλέγει το αν θα πάει με την παρέα του και να μην ακούει τίποτα και να μιλάει στο αυτί εξαιτίας του δυνατού ήχου.. Δεν προτιμάμε καλύτερα να πάμε σ’ έναν μικρό χώρο ν’ ακούσουμε διαχρονικά τραγούδια; Γι’ αυτό υπάρχουν και οι μικροί χώροι όπου συμβαίνει ΑΓΩΓΗ της ΨΥΧΗΣ, καθαρά! Αυτούς τους χώρους επέλεξα και σ’ αυτούς παραμένω εδώ και 50 χρόνια.

 

"Εκείνος που γράφει σιωπηλά θα δικαιωθεί από τον χρόνο"

 

Violaris 4Εκτός από εσάς, η Κύπρος έχει προσφέρει, όχι μόνο στην μουσική, εξαιρετικούς καλλιτέχνες όπως για παράδειγμα τον αγαπημένο σε όλους Σωτήρη Μουστάκα. Στέκομαι σ’ αυτόν γιατί, μολονότι ηθοποιός, είχε γνώσεις μουσικής και έπαιζε βιολί. Ξεχωρίζετε κάποιον Κύπριο άνθρωπο του Πνεύματος; είναι γνωστό ότι κι εσείς έχετε ερμηνεύσει μελοποιημένη κυπριακή ποίηση.

Θεωρώ τον Κώστα Μόντη, τον οποίο μελοποίησα, ως έναν πνευματικό άνθρωπο της Κύπρου. Είναι μεγάλος ποιητής, είχε προταθεί για το βραβείο Nobel αλλά λόγω του ότι το νησί μας είναι πολύ μικρό … ξέρετε, καμμιά φορά, στους χώρους που κρίνονται οι άνθρωποι του Πνεύματος συντείνουν και άλλα πράγματα. Σκεφθείτε ότι ο Ελύτης είχε πει ότι τον βοήθησε πολύ ο Μίκης Θεοδωράκης για την απόκτηση του Nobel. Το παραδέχθηκε ο ίδιος ο Ελύτης! Δηλαδή, η μουσική του Θεοδωράκη βοήθησε ώστε να γίνει πιο γνωστός και να τον ακούσει η Σουηδική Ακαδημία. Το είπαμε και πιο πάνω, ακόμα κι αν δεν έχεις το βιβλίο.. έχεις το βινύλλιο..

… σας έκανα αυτή την ερώτηση γιατί, διαβάζοντας για σας, είδα μια δική σας σύνθεση, του 1987, για τα πρώτα Λιπέρτεια, μια εκδήλωση που γίνεται προς τιμήν ενός ποιητή

…ναι, του Δημήτρη Λιπέρτη…

… γι’ αυτό σας ρώτησα, επειδή δεν είναι γνωστός ποιητής στην Ελλάδα…

Έχει μελοποιηθεί εξαίσια από τον Αχιλλέα Λυμπουρίδη, αλλά δεν ήταν εδώ για να μπορεί να κάνει μια συναυλία. Από τότε που ήρθα εδώ, ως φοιτητής, είδα το κενό. Οι μεγάλοι Κύπριοι ποιητές μας, ο Βασίλης Μιχαηλίδης και ο Δημήτρης Λιπέρτης δεν ήταν γνωστοί. Το αποτέλεσμα ήταν να κάνουμε ό,τι μπορούσαμε. Θα δείτε, σε κάποιο βινύλλιο δικό μου, να υπάρχει ένα τραγούδι του Λιπέρτη, τα «μαύρα μάτια». Είναι τραγούδι που δεν έγινε μεγάλη επιτυχία γιατί ήταν σε «βαθειά» κυπριακά. Η δική μου καινοτομία είναι ότι το παρουσίασα σε διασκευή έτσι ώστε να γίνονται κατανοητά τα λόγια από το ελλαδικό κοινό. Οπότε, υπάρχουν αρκετά ποιήματα και του Δημήτρη Λιπέρτη και του Βασίλη Μιχαηλίδη, του λεγομένου Εθνικού Ποιητή μας, ωστόσο για τον ελλαδικό χώρο η κυπριακή διάλεκτος δεν γίνεται εντελώς κατανοητή και γι’ αυτό δεν είναι τόσο γνωστοί. Εκτός όμως από αυτούς τους μεγάλους ποιητές, που «έφυγαν» εδώ και πολλά χρόνια, αναφέρομαι στον Κώστα Μόντη και τον Μιχάλη Πασιαρδή, που βρίσκεται ακόμα στη ζωή, και είναι μεγάλη προσωπικότητα. Έχω μελοποιήσει δικά του ποιήματα που μπορεί ο καθένας να βρει στο διαδίκτυο. Πολύ ωραία τραγούδια! Διασκεύασα, επίσης, ως προς τους στίχους ένα ποίημα του Πασιαρδή και η μουσική είναι του Μιχάλη Χριστοδουλίδη, ενός Κύπριου συνθέτη μεγάλου βεληνεκούς. Πρόκειται για ένα συγκινητικό τραγούδι που αναφέρεται στην εισβολή του 1974, το «παλιό δκυολί». Αν αναζητήσετε μεγάλους πνευματικούς ανθρώπους, εν ζωή, θα τους βρείτε, δουλεύουν αλλά δεν διεκδικούν τη μεγάλη δόξα, όπως έγινε και μ’ εμάς. Τραγουδούσαμε χρόνια και τα ονόματά μας δεν υπήρχαν έξω από το μαγαζί. Πώς μας έβρισκε ο κόσμος ούτε ξέρουμε... ούτε κινητό υπήρχε, ούτε τηλεόραση κι όμως το μαθαίνανε από στόμα σε στόμα. Νομίζω, πως οι δημιουργοί κάνουν τα έργα τους ερήμην των μαγαζιών και των μεγάλων συνεντεύξεων, γιατί όλα αυτά φθείρουν τον άνθρωπο. Εκείνος που γράφει σιωπηλά και αξιοπρεπώς, πιστεύω πως ό,τι και να γίνει θα τον δικαιώσει ο χρόνος. Το ίδιο ακολουθώ κι εγώ τόσα χρόνια..

 

"Τα greeklish είναι ανοσιούργημα"

 

Είναι βέβαιο ότι σε κάθε συνέντευξη σας ρωτούν για το ζήτημα της Κύπρου και λογικό αυτό… Η δική μου όμως ερώτηση άπτεται της πολιτικής αλλά μέσω της μουσικής. Στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ερμηνεύσατε ένα τραγούδι που, δυστυχώς, είναι αλήθεια σε κάθε πτυχή της ιστορίας και όσο περνά ο χρόνος γίνεται και πιο αληθινό. «Γύρνα πίσω Αποστόλη, δυό ανθρώποι όλοι κι όλοι δεν την παίρνουνε την Πόλη…»  Πιστεύετε ότι μπορεί να δοθεί λύση σ’ ένα πρόβλημα, όπως η επανένωση του Κυπριακού Κράτους, χωρίς σύμπνοια όλων των πλευρών;

Δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση. Πρέπει να υπάρχει σύμπνοια κι αυτό μας κατατρέχει από τότε που ήμουνα 10 χρονών παιδί κι η Κύπρος αγωνιζόταν για την απελευθέρωσή της από την αγγλική κυριαρχία.

Έχει όμως η μουσική σύνορα; «Χωράει» αντιπαλότητα και εχθρότητα στους ήχους; Θα εντάσσατε στο πρόγραμμά σας μια εξαιρετική μελωδία από συνθέτη, πολιτικά, αντίπαλης χώρας; Αρκετοί πολύ καλοί ερμηνευτές το έχουν κάνει και, κατά καιρούς, το κάνουν. Εννοώ έναν Τούρκο συνθέτη που έχει γράψει υπέροχη μουσική.

Κοιτάξτε… το έχει κάνει ήδη ο Μάριος Τόκας. Μελοποίησε στίχους μιας Τουρκάλας ποιήτριας, δεν θυμάμαι το όνομά της. «Η δική μου πατρίδα είναι μοιρασμένη στα δύο» κι αυτός ο στίχος είναι Τουρκάλας και ο Τόκας τον μελοποίησε κι έκανε ένα εξαίσιο τραγούδι, το οποίο αναφέρεται στην κατοχή της Κύπρου... όπως κι ο Λιβανελί έγραψε τραγούδια.. Θα μπορούσε, επομένως, η μουσική να ενώνει τους λαούς. Μέχρι τώρα δεν χρειάστηκε να κάνω κάτι τέτοιο, δεν έχω προλάβει να πω τέτοια τραγούδια που τους στίχους να έχει γράψει ποιητής Τούρκος, γιατί όταν τραγουδούσα για την κατοχή του 1955 – 1959 είχα δικά μου τραγούδια όπως το «Καιρών και ηρώων μνήμη» που ακούγονται σε κάθε επέτειο, την 1η Απριλίου, και φέτος είχαμε συναυλία στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης με αναφορά σ’ εκείνη την περίοδο. Τα τραγούδια θα είναι δικά μου σε στίχους του Μιχάλη Πασιαρδή. Έγραψα επίσης τραγούδια για την περίοδο της εισβολής αλλά, κάποια στιγμή, θα μπορούσα να πω αυτό το τραγούδι του Μάριου Τόκα «η δική μου πατρίδα…» γιατί είναι μια μελωδία και ένας στίχος. Δεν χρειάζεται να έχουμε τείχος μπροστά μας και να λέμε ότι, επειδή το έγραψε ένας Τούρκος ή μια Τουρκάλα ποιήτρια, δεν πρέπει να το πούμε! Εάν αυτό το τραγούδι είναι σωστό και μέσα στην ψυχοσύνθεσή μου και δεν έχει καμμιά αντιπαλότητα με τα δικά μου «πιστεύω».. γιατί να μην το πω; Δεν έχω κανένα πρόβλημα να το πω!

Έχετε πτυχίο της Φιλοσοφικής Αθηνών, εκδόθηκε βιβλίο με θεματογραφία άγνωστων αρχαίων κειμένων που φέρει την υπογραφή σας καθώς και του Δημήτρη Ρίτα, ο οποίος εκείνη την εποχή παρουσίασε και το στιχουργικό του έργο. Στην βιβλιοθήκη μου υπάρχει ακόμη το αντίτυπο.. Μετά το 1982, η γλώσσα και οι γραμματικοί κανόνες άρχισαν βαθμιαία να φθίνουν έως την σημερινή εικόνα χρήσης των greeklish. Ως φιλόλογος, θέλετε να κάνετε ένα σχόλιο;

Πάντα διαβάζουμε τον Μπαμπινιώτη να αγανακτεί για την κατάντια της ελληνικής γλώσσας, πολλές φορές κατηγορούμε τους διάφορους υπουργούς οι οποίοι, δυστυχώς, δεν ξέρω πού σπουδάσανε… σπουδάσανε σε χώρες που δεν αγαπούν την ωραιότερη γλώσσα του κόσμου, τα ελληνικά δηλαδή, και αφαιρούν ώρες, από τα σχολεία, των αρχαίων ελληνικών ή διαφόρων μαθημάτων, τα οποία βοηθούν να μάθουν τα παιδιά τα καλά ελληνικά. Δεν λέω να μπεί κάποιος ξαφνικά στον Όμηρο αλλά να ξεκινήσει σιγά – σιγά να καταλαβαίνει ότι δεν υπάρχουν δύο γλώσσες, μια αρχαία και μια νέα, αλλά είναι μια συνέχεια της αρχαίας ελληνικής ή της γλώσσας του Ομήρου όπου, σήμερα, λέμε ομηρικές λέξεις και δεν το γνωρίζουμε. Αγανακτώ, όμως, γιατί υπάρχουν πνευματικοί άνθρωποι, δεν γνωρίζω αν ένας υπουργός ή αν ένας βουλευτής είναι πνευματικός άνθρωπος, και καταντούν σ’ ένα τέτοιο σημείο που να βάζει η Αγγλία, ολόκληρη αυτοκρατορία, τα αρχαία ελληνικά στα μαθήματα των παιδιών ή η Γερμανία ή η Ρωσία που έβαλε δεύτερο γλώσσα τα ελληνικά κι εμείς δεν καταδεχόμαστε την δική μας κληρονομιά να την μεταδώσουμε στα παιδιά. Σήμερα, διαβάζοντας διάφορα στο facebook ή, γενικά, στο internet βλέπουμε το ανοσιούργημα: την ωραιότερη γλώσσα του κόσμου να την καταστρέφουν τα νέα παιδιά γιατί φοβούνται να γράψουν ελληνικά και γράφουν greeklish γιατί ντρέπονται μήπως κάνουν λάθη. Αυτό το πράγμα είναι απαράδεκτο και ξεκινά από τα σχολεία και βέβαια πρέπει να δούμε  τι τακτική έχει το Υπουργείο Παιδείας. Δεν νοείται σήμερα, τα ελληνικά, στην κοιτίδα τους –στην Ελλάδα- να μην διδάσκονται. Είναι ντροπή!

 

 

"Η Γιουροβίζιον είναι ένα παγκόσμιο πανηγύρι"

 

Μια ερώτηση που πάντα ήθελα να κάνω! Σ’ ένα μεγάλο ευρωπαϊκό φεστιβάλ όπως είναι η Γιουροβίζιον παρουσιάζονται κάθε χρόνο δεκάδες ανόητα τραγουδάκια που κανείς δεν θυμάται την επόμενη μέρα της διοργάνωσης. Σ’ όλα αυτά τα χρόνια, από αυτόν τον «διαγωνισμό χωρών» και όχι μελωδιών, παρέμειναν και τραγουδιούνται, έως σήμερα, μελωδίες όπως το ιταλικό Volare…. Γιατί δεν γίνεται πλέον προσπάθεια από τις χώρες να στείλουν στον διαγωνισμό καλλιτέχνες με εύρος φωνής και σπουδαίες συνθέσεις; Δεν θα ήταν καλύτερα να υπάρχει ένας διαγωνισμός τραγουδιού με εκατομμύρια τηλεθεατές / ακροατές;

Ναι, ασφαλώς.. αλλά και πάλι, βλέπετε, όταν μια τηλεόραση αναλαμβάνει την αποστολή των τραγουδιών ή, αν θέλετε, την προετοιμασία για να λάβει η χώρα μέρος με ένα τραγούδι… επιτρέπεται η Κύπρος και η Ελλάδα να στέλνουν τραγούδι στην αγγλική γλώσσα; Ξεκινάμε λάθος! Όταν μια χώρα μιλάει την ωραιότερη γλώσσα, στέλνει τραγούδι στα αγγλικά για να γίνει... λέει… γνωστό! Ναι, αλλά κάποια στιγμή είχαμε ντροπιαστεί όταν η Τουρκία έστειλε ένα τραγούδι στην δική της γλώσσα, που δεν την μιλάει όλος ο κόσμος και, όμως, το στρατιωτικό βαθυκράτος της Τουρκίας είπε όχι, να στείλουμε τουρκικό τραγούδι και βγήκε πρώτο αν θυμάστε..

…αυτό δεν το θυμάμαι, ξέρω ότι το τραγούδι της Σερτάμπ Ερενέρ είχε αγγλικό στίχο…

…βγήκε, λοιπόν, πρώτο γι’ αυτό και την επόμενη χρονιά η Γιουροβίζιον έγινε στην Τουρκία. Θέλω να πω μ’ αυτό ότι όταν η Τουρκία πάει μπροστά, γιατί η εξωτερική πολιτική της είναι ίδια όποια κυβέρνηση και να έχει, έρχονται η Κύπρος και η Ελλάδα να στέλνουν τραγούδι στα αγγλικά μήπως πάρουν κάποιο βραβείο. Είναι λάθος να καταδέχεσαι να στέλνεις ένα τραγούδι στη Γιουροβίζιον σε άλλη γλώσσα, γιατί είναι ένα παγκόσμιο πανηγύρι που δεν έχει κριτήρια ποιότητας, έχει κριτήρια ψήφων… μου δίνεις 10 σου δίνω 10… έχει πολιτικό χαρακτήρα, είναι ένα πανηγύρι να δείξουν οι τηλεοράσεις την πρόοδό τους, να δείξουν τη μουσική τους, κ.λπ.. Δεν το θεωρώ και τόσο ωραίο.. Η Ελλάδα θα μπορούσε να κάνει μια παραγωγή μ’ ένα ωραίο τραγούδι, με στίχους που παραπέμπουν στο εθνικό της θέμα ή στον πολιτισμό της κι ας έρθει 16η. Τι μας πειράζει δηλαδή; Αυτή είναι η θέση μου! Ούτε η Κύπρος ούτε η Ελλάδα πρέπει να στέλνουν τραγούδια στην αγγλική γλώσσα. Τι θα πει ένας Ινδός που ακούει μια Κύπρια να τραγουδάει στα αγγλικά; Θα πει.. πάμε στην Κύπρο που μιλάνε αγγλικά… πάμε στην Ελλάδα κι εκεί αγγλικά μιλάνε.. παραπέμπει αλλού, δηλαδή.. είναι μειονέκτημα να στέλνεις αγγλικό στίχο. Ας πούμε ότι είναι καλά να στείλεις ένα τραγούδι, τουλάχιστον να είναι ελληνικό, με τη ρίζα μας, με το «χρώμα» το ελληνικό κι ας πάρουμε όποια θέση και να είναι.. Αυτή είναι η άποψή μου!

Αυτή την εποχή έχετε σχέδια για συναυλίες, τραγουδάτε κάπου;

Όποτε έχουμε διάθεση, οι συνεργάτες μου κι εγώ, πάμε στην «Απανεμιά», έχουμε το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης που, κατά καιρούς, κάνουμε μια σωστή εμφάνιση… μ’ αρέσει να είμαι εκεί… έχουμε στη Θεσσαλονίκη κάποιες προτάσεις για μουσικούς χώρους που είναι η προέκταση των μπουάτ και, κυρίως, στην Κύπρο έχω προγραμματισμένες κάποιες εκδηλώσεις όπως στις 21 Ιουνίου και στις 29 Ιουνίου θα είμαστε στην Ερήμη, στις 30 Ιουνίου στην Αγία Βαρβάρα που είναι το χωριό που γεννήθηκα. Έπονται άλλες δύο εκδηλώσεις, η μια είναι στο Κούριο και έχει τίτλο «Ζήτω το κυπριακό τραγούδι» και μια άλλη εκδήλωση που, ακόμα, δεν έχουν καθοριστεί οι ημερομηνίες.

 

"Η μουσική σε κτυπάει στο στομάχι"

 

Violaris8Πριν σας ευχαριστήσω για την παραχώρηση αυτής της συνέντευξης, θα ήθελα να σας ρωτήσω κάτι που με απασχολεί ως ακροάτρια. Υπάρχει ελπίδα ν’ ακούσουμε και πάλι καλή ποιοτική μουσική, ελληνική ή ξένη, ή θ’ αρκεστούμε πλέον στο ουρλιαχτό, την κακή φωνή και την ωραία εξωτερική εμφάνιση των καλλιτεχνών;

Είμαι λίγο απογοητευμένος με τους νέους ανθρώπους που πάνε σε κάποιους χώρους χωρίς ν’ ακούνε, χωρίς να προσέχουν τον στίχο. Απλώς, είναι ένα βουητό, μια κάπνα και βλέπω ότι βρίσκονται εκεί, άσκοπα. Πίνουν το ποτό τους και δεν ακούνε με τ’ αυτιά. Η μουσική σε κτυπάει στο στομάχι, είναι πολύ δυνατή. Απογοητεύομαι.. καμμιά φορά πάω για να δω πού έχουμε φθάσει και λέω τώρα… αφού αυτά τα παιδιά πάνε σε τέτοιους χώρους, πάνε μόνο για να περάσουν μια ώρα άσκοπα. Τι άκουσες; Τίποτα! Αυτό είναι η πλειοψηφία. Σκέπτομαι, λοιπόν, πώς είναι δυνατόν να έχουν σφραγίδα ελληνική αυτά τα παιδιά με τα ακούσματα που τους δίνουν οι ξένες εταιρείες; Δύσκολο! Από την άλλη μεριά, όμως, όταν βλέπουμε νέα παιδιά να συμμετέχουν σε χορωδίες σημαντικές όπου ακούνε και μαθαίνουν το καλό ελληνικό τραγούδι, όταν βλέπουμε νέα παιδιά να σπουδάζουν σε Πανεπιστήμια του εξωτερικού και ν’ ακολουθούνε μια πορεία δύσκολη, να μαθαίνει μια κοπέλλα βιολί και ν’ ακολουθεί την Παράδοσή της και να έρχεται στην Κύπρο ή στον ελλαδικό χώρο και να παίζει σε συναυλίες και να λατρεύει το ελληνικό τραγούδι.. αυτό είναι το αντίβαρο! Γι’ αυτό δεν απογοητεύομαι εντελώς γιατί βλέπω αυτά τα νέα παιδιά, και στην Κύπρο και στην Ελλάδα, ν’ αγωνίζονται να επιβιώσουν και να κάνουν την πορεία τους με το ελληνικό, το Παραδοσιακό το τραγούδι μας και χαίρομαι πολύ που υπάρχουν αυτά τα νέα παιδιά!

… ως απάντηση λοιπόν, να πούμε ότι Ναι! Υπάρχει ελπίδα...

… Νομίζω ότι υπάρχει ! Όταν φτάνεις στο μηδέν, που φτάσαμε ήδη, πάντα υπάρχει και μια αντίσταση.

Δεν έχω άλλες ερωτήσεις να σας κάνω, είναι ό,τι καλύτερο μπορούσατε να μου δώσετε σε απαντήσεις μιας συνέντευξης και σας ευχαριστώ γι’ αυτό.

Χαίρομαι που δεν μου κάνατε καθόλου ερωτήσεις προσωπικές και οι ερωτήσεις σας ήταν εποικοδομητικές γι’ αυτούς που θα τις διαβάσουν!

Κείμενο: Χριστίνα Δημητρίου