Φυσική και Ελληνίδες Φυσικοί στην αρχαιότητα

 

Κατά την αρχαιότητα στον ελλαδικό χώρο όπου η θεότητα της σοφίας, της γνώσης, των τεχνών και των επιστημών, η Παλλάδα Αθηνά, ήταν θηλυκού γένους, έζησαν γυναίκες που διακρίθηκαν στις φυσικές επιστήμες.

Φυσική και Ελληνίδες Φυσικοί στην αρχαιότητα Αρχαία Ελλάδα Greece 1Η Φυσική, ως κύρια επιστήμη, έχει ως αντικείμενο μελέτης τα βασικά συστατικά του Σύμπαντος, τις δυνάμεις που ασκούν μεταξύ τους και τα αποτελέσματα αυτών των δυνάμεων. Οι αρχές και οι νόμοι της Φυσικής διέπουν τη δημιουργία και την εξέλιξη του σύμπαντος κόσμου, τη διάπλαση, τη διαμόρφωση και την εξέλιξη του ανθρώπου, όπως όλων των έμβιων και άβιων στοιχείων στον κόσμο μας και αποτελεί τη βάση των «Φυσικών Επιστημών» (Αστρονομία, Γεωλογία, Χημεία, Βιολογία κ.λπ.) τις οποίες και διέπει. Στα πρώτα δείγματα εφαρμοσμένης Φυσικής μπορούν να θεωρηθούν η δημιουργία και χρήση της ράβδου υποβοήθησης στο περπάτημα του προϊστορικού ανθρώπου (μηχανική), της λόγχης για άμυνα, επίθεση, κυνήγι (βολές), της φωτιάς (τριβή) καθώς και του τροχού (κινητική). Οι αρχαίοι Έλληνες θεμελίωσαν την επιστημονική σκέψη, αντικαθιστώντας τις αντιλήψεις περί υπερφυσικών δυνάμεων με φυσικούς νόμους και αποδίδοντας φυσικά αίτια στα φυσικά φαινόμενα. Με τον όρο, Φυσική, εννοούσαν το μέρος της φιλοσοφίας που περιελάμβανε κάθε τι που δεν μπορούσε να υπαχθεί στη λογική ή την ηθική.

Στην ελληνική αρχαιότητα υπήρχαν Ελληνίδες που διακρίθηκαν στις φυσικές επιστήμες και ήταν σεβαστές για το έργο τους. Τον 10ο-9ο αι. π.Χ. αναφέρεται η Αίθρα, κόρη του βασιλιά της Τροιζήνας και μητέρα του Θησέα. Βασικά αντικείμενα μελέτης και διδασκαλίας της, στην Κόρινθο, ήταν η Αριθμητική και η Λογιστική. Μεταξύ 7ου-6ο π.Χ. αι. αναφέρεται η Πολυγνώτη. Τον 6ο και 5ο π.Χ. αι. αναφέρονται πολλές γυναίκες στο χώρο των φυσικών επιστημών. Η Τυμίχα, γυναίκα του Μυλλίου, από τον Κρότωνα, αλλά Σπαρτιάτισσα στην καταγωγή (σύμφωνα με τον Διογένη τον Λαέρτιο) ήταν μέλος της πυθαγόρειας κοινότητας. Ο Ιάμβλιχος αναφέρει ένα σύγγραμμά της για τον ήχο. Μετά την καταστροφή της σχολής κατέφυγε στις Συρακούσες. Εκεί, σύμφωνα με τον Ιππόβοτο και τον Νεάνθη, ο τύραννος Διονύσιος απαίτησε να του αποκαλύψει τα μυστικά της πυθαγόρειας διδασκαλίας κι εκείνη αρνούμενη έκοψε με τα δόντια τη γλώσσα της.

Η Θεανώ η Θουρία, ήταν κοσμολόγος, αστρονόμος και μαθηματικός. Καταγόταν από τους Θούριους της Κάτω Ιταλίας, κόρη του ιατρού Βροντίνου. Αρχικά υπήρξε μαθήτρια του Πυθαγόρα και στη συνέχεια σύζυγός του. Δίδαξε αστρονομία και μαθηματικά στις σχολές του Πυθαγόρα στη Σάμο και στον Κρότωνα. Μετά το θάνατο του συζύγου της επιμελήθηκε τη διάδοση της διδασκαλίας και του έργου του, τόσο στον κυρίως ελλαδικό χώρο, όσο και στην Αίγυπτο μαζί με τα παιδιά της, που ανέλαβαν στη συνέχεια και τη διοίκηση των Πυθαγόρειων σχολών. Τα κυριότερα έργα της είναι: Η Ζωή του Πυθαγόρα, Κοσμολογία, Θεωρία Αριθμών, Περί Αρετής και Το Θεώρημα του Ορθού Μέτρου. Η Θεανώ αναφέρεται από τον Αθήναιο, τον Διογένη τον Λαέρτιο και τον Ιάμβλιχο, ο οποίος την μνημονεύει ως «μαθηματικόν άξιαν μνήμης κατά παιδείαν».

Η Θεμιστόκλεια, η Δαμώ, η Αριγνώτη, η Μυία, η Δεινώ, η Ελορίς η Σαμία (μαθήτρια του Πυθαγόρα και γνώστης της Γεωμετρίας), η Φιντύς ή Φίλτυς, η Μέλισσα (μαθήτρια του Πυθαγόρα), η Πτολεμαϊς (νεοπυθαγόρεια φιλόσοφος, μουσικός και μαθηματικός), η Διοτίμα από τη Μαντινεία (γνώστης της πυθαγόρειας αριθμοσοφίας), η Βιτάλη ή Βιστάλα (γνώστης των πυθαγόρειων μαθηματικών), η Περιοκτιόνη (πυθαγόρεια φιλόσοφος, συγγραφέας και μαθηματικός) και η Νικαρέτη η Κορινθία (μαθηματικός). Ο Ιάμβλιχος στο έργο του Περί Πυθαγορικού Βίου αναφέρει και άλλες «πυθαγόρειες» γυναίκες: τη Ρυνδακώ, την Οκκελώ και την Εκκελώ (αδελφές) από τις Λευκάνες, τη Χειλωνίδα, κόρη του Χείλωνος του Λακεδαιμονίου, την Κρατησίκλεια, σύζυγο του Κλεάνορα του Λακεδαιμονίου, την Αβροτέλεια, την Εχεκράτεια την Τυρσηνίδα τη Συβαρίτιδα, την Πεισιρρόδη την Ταραντινίδα, τη Θεαδούσα τη Λάκαινα, τη Βοιώ την Αργεία, τη Βαβέλυκα την Αργεία, την Κλεαίχμα και τη Νισθαιαδούσα.

Η Αγλαονίκη ή Αγανίκη (5ος αι. π.Χ.) από τη Θεσσαλία ήταν κατά τον Πλούταρχο, η πρώτη χρονολογικά Ελληνίδα αστρονόμος. Αναφέρεται και ως Αγλαονίκη η Ηγήτορος επειδή ήταν κόρη του ηγέτη των Θεσσαλών. Ήταν διάσημη για την ικανότητά της να προβλέπει τις εκλείψεις του ήλιου με ακρίβεια ώρας (σχετικό σχόλιο υπάρχει στον Απολλόδωρο, στο Ρόδιον Δ΄59), όπως ο Θαλής εξελίσσοντας τη γνώση στη μαθηματική αστρονομία σε σχέση με τους βαβυλώνιους αστρονόμους. Προς τιμήν της , το όνομά της δόθηκε σε κρατήρα διαμέτρου 64 χλμ., στο νότιο ημισφαίριο της Αφροδίτης.

Τον 4ο αι. π.Χ. αναφέρονται η Πανδροσίων, γεωμέτρης από την Αλεξάνδρεια, η Λασθενία και η Αξιοθέα. Έχοντας μελετήσει έργα του Πλάτωνα η Λασθενία ήλθε από τη Μαντινεία της Αρκαδίας στην Αθήνα όπου σπούδασε μαθηματικά και φιλοσοφία στην Ακαδημία Πλάτωνος. Μετά το θάνατο του Πλάτωνα συνέχισε τις σπουδές της κοντά στον ανιψιό του Σπεύσιππο και στη συνέχεια έγινε κι αυτή φιλόσοφος και σύντροφος του. Σύμφωνα με τον Αριστοφάνη τον Περιπατητικό, στη Λασθενία αποδίδεται και ο ορισμός της σφαίρας. Η Αξιοθέα ήλθε στην Αθήνα από την Φλιούντα της Πελοποννήσου για να σπουδάσει στην Ακαδημία του Πλάτωνα φυσική, φιλοσοφία και μαθηματικά. Αργότερα δίδαξε τις επιστήμες αυτές στην Κόρινθο και στην Αθήνα. Σύμφωνα με τον Διογένη τον Λαέρτιο, ο Δικαίαρχος αναφέρει ότι η Λασθενία και η Αξιοθέα ντύνονταν άντρες προκειμένου να συμμετέχουν στην Ακαδημία του Πλάτωνα (εξαιτίας της θέσης της γυναίκας στον Αθήνα).

Μεταξύ του 4ου και 3ου αι. π.Χ. αναφέρεται η Αρετή η Κυρηνεία ή Αρήτη, κόρη του Αρίστιππου, ιδρυτή της κυρηναϊκής φιλοσοφικής σχολής, η οποία σπούδασε στην Ακαδημία του Πλάτωνα. Λέγεται ότι δίδαξε φυσική, μαθηματικά και ηθική φιλοσοφία στην Αττική για τριάντα πέντε χρόνια και έγραψε τουλάχιστον σαράντα βιβλία ποικίλου περιεχομένου, δύο εκ των οποίων περιελάμβαναν και πραγματείες για τα μαθηματικά. Μετά τον θάνατο του πατέρα της τον διαδέχθηκε στη διεύθυνση της σχολής κατόπιν εκλογής. Αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι στους μαθητές συγκαταλέγονταν εκατό περίπου φιλόσοφοι. Ο J. Mozansστο βιβλίο του WomeninScienceαναφέρει ότι το επίγραμμα του τάφου της έγραφε: «Το μεγαλείο της Ελλάδος, με την ομορφιά της Ελένης, την πέννα του Αρίστιππου, την ψυχή του Σωκράτη και τη γλώσσα του Ομήρου».

Τον 2ο αι. π.Χ. αναφέρεται η Πυθαϊς, ως γεωμέτρης. Μεταξύ 3ου – 4ου μ.Χ. αι. αναφέρονται η Κλεοπάτρα και η Υπατία. Συγγράμματα της Κλεοπάτρας, τα οποία αναφέρονται από μεταγενέστερους χημικούς της εποχής είναι το Περί μέτρων και σταθμών και το Κοσμητικά. Η Υπατία (370-418 μ.Χ.) υπήρξε νεοπλατωνική φιλόσοφος και μαθηματικός. Ως κόρη του μαθηματικού και αστρονόμου Θέωνα, έλαβε με τις φροντίδες του πατέρα της την καλύτερη δυνατή εκπαίδευση και ταξίδεψε στην Αθήνα και στην Ιταλία. Στην Αθήνα παρακολούθησε μαθήματα στη νεοπλατωνική σχολή του Πλούταρχου του Νεότερου. Μαθήτευσε επίσης στον Πρόκλο και στον Ιεροκλή. Εκτιμάται ότι επηρεάστηκε από τη φιλοσοφία των νεοπλατωνικών φιλοσόφων Πλωτίνου και Ιάμβλιχου. Μετά την επιστροφή της στην Αλεξάνδρεια έγινε επικεφαλής της εκεί σχολής των Πλατωνιστών (400 μ.Χ.), όπου δίδαξε φιλοσοφία και μαθηματικά και αποτέλεσε πόλο έλξης για τους διανοούμενους της εποχής, ενώ έκανε εκτενή σχόλια στα μαθηματικά έργα του Διόφαντου και του Απολλώνιου. Διακρίθηκε ιδιαίτερα στην άλγεβρα, στην αστρονομία και τη γεωμετρία και εφηύρε όργανα και εργαλεία, όπως η πλανισφαίρα και ένα όργανο για τη διύλιση του νερού. Παρότι ήταν πολυγραφότατη κανένα έργο της δε σώζεται. Επειδή η δράση της θεωρήθηκε επικίνδυνη για τη διάδοση του Χριστιανισμού, καλλιεργήθηκε κλίμα εναντίον της που οδήγησε στη βίαιη δολοφονία της από τον όχλο ή από ομάδες φανατικών μοναχών.

Από τα διαθέσιμα βιογραφικά στοιχεία των πιο γνωστών Ελληνίδων Φυσικών της αρχαιότητας γίνονται φανερά αρκετά χαρακτηριστικά και κοινά σημεία τους, η πλειονότητα των οποίων ισχύει μέχρι σήμερα. Κατάγονταν, ζούσαν και μετακινούνταν σε γεωγραφικούς τόπους της Μεσογείου, οι οποίοι ήταν προσβάσιμα και ευημερούντα αστικά κέντρα, με ανεπτυγμένες κοινωνίες και υψηλό πολιτισμικό και μορφωτικό επίπεδο. Προέρχονταν από επιστημονικές οικογένειες ή οικογένειες με οικονομική ευμάρεια ή και θέση στην τοπική στους κοινωνία. Ήταν δυναμικές και αποφασισμένες προκειμένου να σπουδάσουν και ακολούθως να διδάξουν. Χαρακτηρίζονταν από θέληση, πάθος και επιμονή, όπως κάθε επιστήμονας που αγαπά το αντικείμενό του. Ήταν ικανότατες, ευφυείς και επικοινωνιακές, αφού κατάφερναν να γίνουν αποδεκτές στο ανδροκρατούμενο περιβάλλον τους, υπό πολύ δύσκολες και κατεστημένες κοινωνικές συνθήκες για τις γυναίκες της εποχής τους.

Πηγή: Περιοδικό Αρχαιολογία & Τέχνες.


About the Author

ΜΑΡΙΑ ΜΑΝΤΕ